«…Oι γονείς μου ήταν τόσο ευαισθητοποιημένοι στον τρόπο που με υποστήριζαν, ώστε δεν με άφησαν ποτέ να χάσω την αυτοπεποίθησή μου.  Και τους πίστεψα…»

(Jimmy Connors – Αμερικανός τενίστας)

«…Οι γονείς μου λένε ότι δεν δίνουν σημασία στο αποτέλεσμα, αλλά όταν κερδίζω βγαίνουμε για φαγητό, ενώ όταν χάνω, μένουμε στο σπίτι και δεν μιλάμε μεταξύ μας…»

(Νεαρός αθλητής)

Οι παραπάνω δύο τόσο διαφορετικές δηλώσεις αυτών των αθλητών δείχνουν με ξεκάθαρο τρόπο την επιρροή των γονέων στην αθλητική πορεία των παιδιών τους. Είναι απόλυτα σαφές ότι η στάση των γονέων στον αθλητισμό, εξαρτάται από τον τρόπο, που οι ίδιοι τον αντιμετωπίζουν, και τις προσδοκίες που έχουν, σχετικά με την εξέλιξη του παιδιού - αθλητή. Στην ηλικία των 7-10 χρόνων τα παιδιά βρίσκονται στη φάση της εξειδικευμένης κίνησης και συνήθως είναι σε θέση να εκφράσουν επιθυμίες σχετικά με τη συμμετοχή τους σε κάποιο άθλημα. Η επιλογή αυτή θα γίνει σύμφωνα με διάφορους παράγοντες, κάποιοι από τους οποίους μπορεί να είναι η συμμετοχή του κολλητού φίλου στο συγκεκριμένο άθλημα, η προβολή του αθλήματος μετά από κάποια επιτυχία, η ύπαρξη κάποιου συλλόγου ή αθλητικού κέντρου κάπου κοντά στο σπίτι καθώς, επίσης, και η αρέσκεια και η συμμετοχή των γονιών στο παρελθόν στο συγκεκριμένο σπορ. Όποιος και αν είναι ο λόγος, είναι σχεδόν βέβαιο ότι τα παιδιά, μέσα από τη συμμετοχή τους στον αθλητισμό, αποζητούν την αποδοχή και την επιβράβευση από τους γονείς, αλλά και οι γονείς αποζητούν πολλές φορές συγκεκριμένα οφέλη.

Ο ρόλος των γονέων στον αθλητισμό μπορεί να είναι ανασταλτικός ή βοηθητικός για τη μετέπειτα εξέλιξη του αθλητή. Δεν είναι λίγες οι φορές που τα παιδιά έχουν σταματήσει την αθλητική τους δραστηριότητα, εξαιτίας της πίεσης, που τα ίδια αναφέρουν ότι αισθάνονται από τις προσδοκίες και από τις απαιτήσεις των γονιών τους, αλλά και από την κριτική που τους ασκείται μετά από κάποια ήττα. Ωστόσο όποιος τύπος γονέα και αν είμαστε: απαιτητικός / κριτικός, οπαδός, αδιάφορος, υπερπροστατευτικός, γονέας – προπονητής, υποστηρικτικός, το βέβαιο είναι ότι η συμπεριφορά μας συνδέεται με την εξέλιξη και με την ανάπτυξη των παιδιών και η συνεισφορά μας έγκειται στην παροχή υλικής, συναισθηματικής και ψυχολογικής υποστήριξης προς τους νεαρούς αθλητές, προκειμένου να εξελιχθούν σε ώριμους και ολοκληρωμένους πρωταθλητές. Κατά συνέπεια η σωστή συμπεριφορά και αντιμετώπισή μας είναι και βοηθητική και απαραίτητη για τους νεαρούς αθλητές.

Η σχέση των γονιών με τον προπονητή πρέπει να είναι μια σχέση συνεργασίας και όχι αμφισβήτησης. Έχουμε δικαίωμα και υποχρέωση να μοιραζόμαστε τις αγωνίες και τους προβληματισμούς μας με τον προπονητή, να ενημερώνουμε και να ενημερωνόμαστε  για την εξέλιξη και την πορεία του παιδιού μας, χωρίς, όμως, διάθεση παρέμβασης και υπόδειξης, από τη στιγμή, μάλιστα, που ο προπονητής είναι δική μας επιλογή και τον έχουμε εμπιστευτεί. Είναι λάθος να δίνουμε προπονητικές οδηγίες και να διορθώνουμε τεχνικά τον αθλητή / τρια, γιατί λαμβάνει μηνύματα που το μπερδεύουν. Είμαστε γονείς και όχι προπονητές -  αυτόν το ρόλο ας τον επωμιστεί κάποιος άλλος.

Ένα σωστά εκπαιδευμένο – μη πιεσμένο παιδί / αθλητής, γίνεται ένας ώριμος έφηβος-αθλητής  /τρια και ένας ολοκληρωμένος συναισθηματικά ενήλικας-πρωταθλητής/τρια.

 

*Πατσού Φρόσω M.Sc. Ψυχολόγος - Αθλητική Ψυχολόγος, Επιστημονική Συνεργάτης Εθνικής Ομάδας Στίβου