Το Σύνδρομο Ευερέθιστου Εντέρου, γνωστό στους περισσότερους ως κολίτιδα, ταλαιπωρεί όλο και περισσότερους ανθρώπους, κυρίως γυναίκες, στις οποίες εμφανίζεται περίπου 3 φορές συχνότερα σε σχέση με τους άντρες. Είναι μία χρόνια πάθηση του εντέρου, για την οποία έχουμε ακόμα πολλά αναπάντητα ερωτήματα, συμπεριλαμβανομένων της αιτιολογίας της νόσου, αλλά και της αντιμετώπισής της. Παράγοντες γενετικοί, περιβαλλοντικοί, διατροφικοί αλλά και ψυχολογικοί έχουν μελετηθεί και πιθανόν εμπλέκονται στην εμφάνισή της, αλλά και πάλι, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι προκάλεσε την πάθηση στον εκάστοτε ασθενή. Αντίστοιχα δεν έχει βρεθεί μία και μόνο θεραπεία, διατροφική ή μη, η οποία να καλύπτει και να βοηθάει όλους τους ασθενείς ή ακόμα και τον ίδιο ασθενή σε διαφορετικές περιόδους. Τα κλινικά συμπτώματα περιλαμβάνουν πόνο, φούσκωμα, πρήξιμο, αέρια, δυσκοιλιότητα ή διάρροια (ή εναλλαγή αυτών) κ.α. και τα διάφορα τρόφιμα ή τα συστατικά τους μπορεί να προκαλέσουν έξαρση ή βελτίωση των συμπτωμάτων. 

Για το ρόλο της διατροφής στην αντιμετώπιση και την ανακούφιση των συμπτωμάτων του Συνδρόμου Ευερέθιστου Εντέρου ακούσαμε πολύ ενδιαφέρουσες ομιλίες στο πλαίσιο των συνεδρίων και παρουσιάστηκαν τα νεότερα δεδομένα για τη δίαιτα FODMAP, μία διατροφική προσέγγιση που υποστήριξαν πρώτοι Αυστραλοί επιστήμονες, πριν από περίπου δέκα χρόνια, και η οποία έχει κεντρίσει το ενδιαφέρον της επιστημονικής κοινότητας, ιδίως των διαιτολόγων και των γαστρεντερολόγων, την τελευταία δεκαετία. Ωστόσο έχει δεχτεί κριτική από πολλούς επιστήμονες, μιας και βασίζεται στον αποκλεισμό πολλών ομάδων τροφίμων, που είναι απαραίτητα για τη μικροχλωρίδα και γενικότερα για την καλή του λειτουργία του εντέρου.

Η δίαιτα FODMAP (προέρχεται από τα άρχικα: Fermentable Oligosaccharides, Disaccharides, Monosaccharides and Polyols) ουσιαστικά απαιτεί τον αποκλεισμό / περιορισμό ορισμένων μορφών υδατανθράκων και συγκεκριμένα των ζυμώσιμων ολιγοσακχαριτών, των δισακχαριτών, των μονοσακχαριτών και των πολυολών. Η θεωρία γύρω από αυτές τις μορφές υδατανθράκων είναι ότι στα άτομα με ΣΕΕ δυσαπορροφόνται στο λεπτό έντερο, οπότε περνούν αυτούσια στο κόλον, όπου ζυμώνονται από την εντερική χλωρίδα και, επιπλέον, έχουν οσμωτική ενδοεντερική δράση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη διάταση του εντέρου και την πρόκληση συμπτωμάτων όπως μετεορισμός, πόνος, αύξηση αερίων κ.τ.λ. Στη δίαιτα FODMAP, λοιπόν, συστήνεται η αποφυγή όλων αυτών των μορφών υδατανθράκων και συγκεκριμένα των:

.Ολιγοσακχαριτών, όπως των φρουκτανών, ινουλίνης, φρουκτο- και γαλακτο-ολιγοσακχαρίτες, συστατικά που περιλαβάνονται σε διάφορα φρούτα, λαχανικά, όσπρια, σιτηρά ολικής άλεσης, όπως από σιτάρι και κριθάρι.

.Δισακχαριτών, και συγκεκριμένα της λακτόζης που περιέχεται στο γάλα και στο γιαούρτι.

.Μονοσακχαριτών, και συγκεκριμένα της φρουκτόζης που βρίσκουμε ελέυθερη σε τρόφιμα όπως στο μέλι, στα φρούτα και στο σιρόπι γλυκόζης (η φρουκτόζη που περιέχεται στη ζάχαρη δεν προκαλεί αντίστοιχα προβλήματα).

.Πολυολών, όπως η σορβιτόλη, η μανιτόλη κ.ά., που περιέχονται στις τσίχλες και σε γιαούρτια και επιδόρπια χωρίς ζάχαρη.

Έτσι τρόφιμα όπως μήλα, αχλάδια, δαμάσκηνα, κεράσια, κρεμμύδι, σκόρδο, κουνουπίδι, αγγινάρες, όσπρια, κάσιους, φιστίκια Αιγίνης, ψωμί και αλεύρι σίκαλης, σιταριού, κριθαριού (και τα ολικής άλεσης), γάλα, γιαούρτι, μέλι, είναι μόνο μερικά από αυτά που αποκλείονται από αυτό το διατροφικό πλάνο, κάτι που κάνει τη συγκεκριμένη δίαιτα μονότονη, περιοριστική, στερητική και δύσκολη στην εφαρμογή της, ενώ οι πολέμιοί της υποστηρίζουν ότι δεν ευνοεί τη μικροβιακή χλωρίδα του εντέρου και γενικότερα την καλή υγεία και λειτουργία του.   

Βέβαια η δίαιτα FODMAP δεν απαιτεί τον αποκλεισμό αυτών των τροφίμων για πάντα. Αρχικά και για περίπου 6-8 εβδομάδες απαιτείται η αυστηρή εφαρμογή της, ώστε να αξιολογηθεί το αποτέλεσμά της, και μετά συνίσταται σταδιακή επανένταξη κάποιων τροφίμων, ανάλογα με το τι και σε ποια ποσότητα / συχνότητα θα κρίνει ο διαιτολόγος ή ο γαστρεντερολόγος. Όπως ισχύει γενικά στην περίπτωση του ΣΕΕ, ο ρυθμός, η ποσότητα και το είδος επανένταξης των τροφίμων είναι τελείως εξατομικευμένο και μπορεί να διαφέρει πολύ από ασθενή σε ασθενή.

Όσον αφορά, δε, στο κατά πόσο η δίαιτα FODMAP είναι αποτελεσματική στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων του ΣΕΕ, σύμφωνα με πρόσφατες ανασκοπήσεις βιβλιογραφίας, που δημοσιεύτηκαν μέσα στο 2015, δεν υπάρχουν πολλές καλά σχεδιασμένες τυχαιοποιημένες κλινικές μελέτες που να εξετάζουν την αποτελεσματικότητα αυτής της δίαιτας. Έτσι οι αποδείξεις κατηγοριοποιούνται ως σχετικά ικανοποιητικές (επίπεδο ΙΙ), πράγμα που σημαίνει ότι η δίαιτα FODMAP πιθανόν να είναι ευεργετική για τη βραχυπρόθεσμη διαχείριση των συμπτωμάτων του ΣΕΕ σε ορισμένους ασθενείς - όχι, όμως σε όλους - μιας και πρόκειται για μια πολύ εξατομικευμένη πάθηση. Επισημαίνεται, βέβαια, ότι απαιτούνται περισσότερες μελέτες, τόσο για τη βραχυπρόθεσμη επίδρασή της, αλλά κυρίως για τη μακροπρόθεσμη δράση της στο μικροβίωμα του εντέρου και γενικότερα στην εντερική υγεία, ώστε να εξεταστεί η ασφάλεια μιας τέτοιας δίαιτας, αν εφαρμοστεί για μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα.

Σε κάθε περίπτωση οι διαιτολόγοι γνωρίζουμε ότι η αντιμετώπιση του ΣΕΕ από διατροφικής άποψης είναι περίπλοκη και εξατομικευμένη. Η δίαιτα FODMAP, όπως και άλλα διατροφικά σχήματα, που έχουν προταθεί κατά καιρούς, ενδεχομένως να βοηθήσει κάποιους ασθενείς και να ανακουφίσει κάποια συμπτώματα, ενώ σε άλλους να μην έχει ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα. Ο διαιτολόγος και ο γαστρεντερολόγος μπορεί να δοκιμάσει την εφαρμογή της, αν κρίνει ότι θα βοηθήσει τον ασθενή του, έχοντας, όμως, στο μυαλό του ότι η μακροχρόνια εφαρμογή της δίαιτας FODMAP δεν έχει δοκιμαστεί επαρκώς και δεν γνωρίζουμε αν θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στην εντερική υγεία. 

 

*Βασιλική Πυρογιάννη, MSc, Διαιτολόγος – Διατροφολόγος