Περίπου 1 δισ. ευρώ το χρόνο κοστίζει η αντιμετώπιση του διαβήτη και των επιπτώσεών του στο σύστημα υγείας της Ελλάδας, απορροφώντας έτσι, το 6% των πόρων του συστήματος, εξαιτίας του μεγάλου φόρτου νοσηρότητας που συνεπάγεται η πάθηση.

Σύμφωνα με μελέτη της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας, η ρύθμιση των ασθενών υπολογίζεται περίπου στα 1000 ευρώ ετησίως, ενώ το κόστος για τους αρρύθμιστους ασθενείς αυξάνεται περισσότερο από 50%. 

Σε πρόσφατη μελέτη της Σχολής, διαπιστώνεται ότι το μέσο κόστος ρύθμισης ασθενή με σακχαρώδη διαβήτη τύπου Ι (ινσουλινοεξαρτώμενος), τότε το ποσό αυξάνεται στα 2712 ευρώ.

Τα παραπάνω τόνισε ο Οικονομολόγος Υγείας, του Τομέα Οικονομικών της Υγείας στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας, κ. Κώστας Αθανασάκης, κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου για την ολιστική προσέγγιση στην αντιμετώπιση του διαβήτη, που οργάνωσε η φαρμακευτική MSD.

Ο κ. Αθανασάκης, υπογράμμισε ότι το μέσο ετήσιο κόστος ανά ασθενή (ανεξαρτήτως ρύθμισης) ανέρχεται σε 2.889 ευρώ. Το μεγαλύτερο τμήμα της δαπάνης αφορά τις επιπλοκές της νόσου. 

Τόνισε ακόμη ότι, ένας σημαντικός παράγοντας που επιδρά στη ρύθμιση του ασθενούς εντός των θεραπευτικών στόχων, είναι αφενός η πρόσβαση στην κατάλληλη αγωγή και αφετέρου, η συμμόρφωση σε αυτήν. 

Παρουσιάζοντας στοιχεία από τη σχετική μελέτη της ΕΣΔΥ, ανέφερε ότι στην Ελλάδα μόλις το 62% των διαγνωσμένων ασθενών λαμβάνει κάποιου είδους θεραπεία και από αυτούς μόλις το 43% επιτυγχάνει τους θεραπευτικούς στόχους. 

Πρόσθεσε όμως ότι η ορθή διαχείριση του ασθενούς και η πρόσβαση σε θεραπείες με αποδεδειγμένη κλινική αποτελεσματικότητα και οικονομική αποδοτικότητα (σχέση κόστους – οφέλους) μπορεί να έχει πολλαπλά οφέλη για τους πάσχοντες και το σύστημα Υγείας, σε όρους περιορισμού της νοσηρότητας αλλά και του οικονομικού φορτίου από τη νόσο.

6 βήματα για το σύστημα υγείας
Εντούτοις, λόγω οικονομικής κρίσης, τα προβλήματα πρόσβασης των ασθενών στο σύστημα υγείας, αλλά και οι αυξημένες συμμετοχές τους, οδηγούν σε απώλειες δόσεων από τα θεραπευτικά σχήματα με αποτέλεσμα να μην ρυθμίζονται επαρκώς.

Με δεδομένα τα παραπάνω, ο διευθύνων σύμβουλος της MSD Ελλάδας, Κύπρου και Μάλτας  κ. Haseeb Ahmad, έκανε λόγο για έξι βήματα στην υγεία, που μπορούν να κάνουν τη διαφορά στη διαχείριση του συστήματος υγείας, συνολικά.

Συγκεκριμένα, τόνισε ότι πρέπει:

  1. να τεθούν προτεραιότητες κάλυψης των πιο κρίσιμων ασθενειών, 
  2. να αξιοποιηθούν τα ηλεκτρονικά στοιχεία που είναι διαθέσιμα από τις εφαρμογές του συστήματος υγείας και συνδέουν τους ασθενείς με το σύστημα, με στόχο την βελτίωση της υγείας του πληθυσμού,
  3. να καθιερωθούν μέτρα πρόληψης που δεν κοστίζουν,
  4. να ακολουθηθεί η αποδεδειγμένη, βάσει στοιχείων ιατρική,
  5. να εισαχθούν δείκτες ποιότητας προσδιορίζοντας το βαθμό υπευθυνότητας όλων των εμπλεκομένων στο σύστημα υγείας και
  6. να επιβραβευτεί η καινοτομία γιατί τελικά ο ασθενείς είναι αυτός που επωφελείται από αυτήν, ιδίως όταν η αξιολόγηση γίνεται με σχέσεις κόστους - αποτελεσματικότητας.

Από ιατρικής πλευράς, ο Eπίκουρος Kαθηγητής Παθολογίας με εξειδίκευση στον Σακχαρώδη Διαβήτη στο νοσοκομείο «Αττικόν» κ. Παναγιώτης Χαλβατσιώτης, χαρακτήρισε την πάθηση ένα εντεινόμενο πρόβλημα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, ο επιπολασμός του διαβήτη σε παγκόσμια κλίμακα είναι 7,9%. Αυτό σημαίνει ότι 387 εκατ. άνθρωποι πάσχουν, εκ των οποίων 46,3% είναι μη διαγνωσμένοι. Τα επιδημιολογικά στοιχεία δείχνουν ότι ο αριθμός των ασθενών με διαβήτη θα φτάσει παγκοσμίως τα 592 εκατ. το 2035, αριθμός που αντιστοιχεί σε αύξηση 53% από το 2014.

Στην Ευρώπη 52 εκατ. άνθρωποι ζουν με διαβήτη, εκ των οποίων 33,1% είναι μη διαγνωσμένοι.Στην Ελλάδα, ο αριθμός των ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη ανέρχεται σε 585.000, αριθμός που αναμένεται να εκτιναχθεί στις 714.000 μέσα στην επόμενη εικοσαετία (αύξηση 22%).

Ο καθηγητής επεσήμανε ότι υπάρχουν πολλές πλευρές στην πρόκληση που ονομάζεται διαβήτης, καθώς μεγάλο ποσοστό των πασχόντων (36,6%) παραμένουν αδιάγνωστοι και από τους διαγνωσμένους ασθενείς μόλις το 46% βρίσκονται εντός θεραπευτικών στόχων.

Ο Ιατρικός Διευθυντής της MSD Ελλάδας κ. Λάζαρος Πουγγίας, MD, PhD, επεσήμανε ότι η MSD, έχει επενδύσει 35,3 δισ. δολ. σε έρευνα και ανάπτυξη μεταξύ των ετών 2010- 2014, επενδύει ετησίως 6,5 δισ. δολ. και 25 νέα προϊόντα της βρίσκονται σε πολύ προχωρημένο στάδιο ανάπτυξης. Οι ερευνητές της πραγματοποιούν έρευνες για νέα φάρμακα σε περισσότερες από 10 θεραπευτικές κατηγορίες, μεταξύ των οποίων είναι τα καρδιαγγειακά νοσήματα, ο διαβήτης, η ογκολογία, η νόσος Αλτσχάιμερ. 

Στον τομέα της αντιμετώπισης του διαβήτη, η MSD έχει συμβάλλει σημαντικά, κατέχοντας ηγετική θέση παγκοσμίως. Φέτος, συμπληρώνονται 20 χρόνια από τότε που παρουσίασε τον πρώτο αναστολέα του ενζύμου διπεπτιδυλικής πεπτιδάσης 4 (DPP – 4) ουσία - σταθμό στην αντιμετώπιση του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2.

Το 2012, η σιταγλιπτίνη βραβεύτηκε ως το «Medicine of the Year 2012» από το «THE MAGAZINE OF PHARMACEUTICAL BUSINESS AND MARKETING», ενώ το 2013 έλαβε διεθνή διάκριση ως “Brand of the Year” από το περιοδικό Pharmaceutical Executive.

Ο κ. Πουγγίας σημείωσε ότι στο στάδιο έρευνας της εταιρίας, βρίσκονται δύο φάρμακα, μια "έξυπνη ινσουλίνη" που βρίσκεται σε φάση Ι και στόχο έχει να αποδεσμεύεται όταν τα επίπεδα γλυκόζης στο αίμα αυξάνονται, καθώς και ένα ακόμη μόριο που βρίσκεται σε φάση έρευνας ΙΙ.

Στο μεταξύ όμως, υπάρχουν νέα δεδομένα, για την ουσία ομαριγλιπτίνη, αναστολέα της διπεπτιδυλικής πεπτιδάσης – 4 που χορηγείται μία φορά την εβδομάδα. Το πρόγραμμα ανάπτυξής του περιλαμβάνει δέκα μελέτες φάσης 3, στις οποίες συμμετέχουν 8.000 ασθενείς.

Επίσης, η γλαργινική ινσουλίνη (ΜΚ – 1293), είναι μία υπό ανάπτυξη ινσουλίνη για τη θεραπεία ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη τύπου 1 και 2. 

Την ίδια ώρα, η MSD και η Pfizer έχουν συνάψει συμφωνία για συνεργασία σε παγκόσμιο επίπεδο (με εξαίρεση την Ιαπωνία) για την ανάπτυξη και την εμπορική εκμετάλλευση της ερτουγλιφλοζίνης της Pfizer. Πρόκειται για έναν ερευνητικό, από του στόματος αναστολέα συμμεταφορέα  γλυκόζης – νατρίου (SGLT2) για τη θεραπεία του σακχαρώδη διαβήτη τύπου 2. Το εν λόγω σκεύασμα διερευνάται σε επτά μελέτες φάσης 3.