Υπάρχουν δύο βασικές κατηγορίες διαλυμάτων, τα φθοριούχα και τα αντισηπτικά -  αντιμικροβιακά.

Τα φθοριούχα στοματικά διαλύματα: έχουν σαν πρώτο και βασικό στόχο την ενδυνάμωση της επιφάνειας των δοντιών (αδαμαντίνης), ώστε αυτά να αντέχουν περισσότερο στα οξέα της τερηδόνας. Χρησιμοποιούνται κατά κύριο λόγο από παιδιά μέχρι την ηλικία των 16-17 ετών. Σε ειδικές περιπτώσεις χρησιμοποιούνται από άτομα με πολυτερηδονισμό.

Τα αντιμικροβιακά στοματικά διαλύματα περιέχουν:

Άλλα χημικές ενώσεις με έντονη αντιμικροβιακά δράση (πχ χλωρεξιδίνη)

Πολλά, παράγοντες που βοηθούν στη μείωση της οδοντικής πλάκας (πχ κιτρικός ψευδάργυρος) αλλά και φθόριο, που βοηθά στην ενίσχυση των δοντιών και εμποδίζει την τερηδόνα.

Κάποια, υπεροξείδιο του υδρογόνου, που παράγει ατομικό οξυγόνο, έναν έντονα αντιμικροβιακό παράγοντα, που βοηθά στην καταστροφή των αναερόβιων μικροβίων

Αρκετά, ουσίες που βοηθούν στην εξουδετέρωση της κακοσμίας του στόματος

Και τέλος κάποια, αλκοόλη – οινόπνευμα - παρόλο που ο επιστημονικός κόσμος δεν έχει καταλήξει ακόμα στο αν η αλκοόλη. που περιέχεται στο στοματικό διάλυμα σχετίζεται με την αύξηση του κινδύνου για καρκίνο του στόματος, καλό είναι να αποφεύγονται τα σκευάσματα με ποσοστό αλκοόλης στα συστατικά τους. Πολλές εταιρείες εδώ και καιρό έχουν ανανεώσει τα προϊόντα τους κάνοντάς τα alcohol free.

Αυτού του είδους τα στοματικά διαλύματα, τα αντιμικροβιακά, συνιστώνται σε πάσχοντες από περιοδοντίτιδα κατά τη διάρκεια της θεραπείας τους από τον οδοντίατρο τους, σε όσους έχουν υποβληθεί σε κάποιο χειρουργείο στη στοματική κοιλότητα, έως ότου είναι σε θέση να βουρτσίσουν ξανά τα δόντια τους και σε όσους δυσκολεύονται να βουρτσίσουν τα δόντια τους και να χρησιμοποιήσουν νήμα εξαιτίας κάποιου ιατρικού προβλήματος. Αντενδείκνυται για όσους έχουν άφθες ή στοματίτιδα.

Η χρήση τους πρέπει να γίνεται για περιορισμένο χρονικό διάστημα και ΠΑΝΤΑ υπό ιατρική καθοδήγηση. Παρατεταμένη χρήση αυτών προκαλεί: αλλοίωση της φυσιολογικής  χλωρίδας του στόματος και σταδιακή επικράτηση ισχυρότερων μικροβιακών στελεχών, πολλές φορές εμφάνιση χρωστικών στα δόντια,  ερεθισμό του στοματικού βλεννογόνου, η και αλλοίωση της γεύσης κ.τ.λ.

Από τα συνηθισμένα λάθη που γίνονται με το στοματικό διάλυμα είναι, η αντικατάσταση του βουρτσίσματος με αυτό «επειδή… έκανα πλύσεις με διάλυμα…αυτό αρκεί» και η εξίσου λανθασμένη εντύπωση που έχουν πολλοί… «καίει άρα κάνει καλό» κι έτσι  κρατάνε το στοματικό διάλυμα πολύ ώρα στο στόμα τους…

Τηρείστε, λοιπόν, αυστηρά τις οδηγίες χρήσης, που αναγράφονται στη συσκευασία, καθώς και τον χρόνο που υποδεικνύεται και ποτέ μην το κρατάτε παραπάνω, διότι έτσι ξηραίνεται ο βλεννογόνος του στόματος και μπορεί να προκληθεί εκτεταμένο χημικό έγκαυμα από τις καυστικές ουσίες που περιέχει το δ/μα.

Για τα παιδιά δεν ενδείκνυται το στοματικό διάλυμα, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (π.χ τραυματισμός), όπου το βούρτσισμα των δοντιών καθίσταται αδύνατον και πάλι κατόπιν υπόδειξης του ειδικού γιατρού.

 

*Νταϊδήμος Σωτήρης, Οδοντίατρος συνεργάτης του doctoranytime.gr