Σταθερά πτωτική καταγράφεται η υγεία του ελληνικού πληθυσμού, παρότι το προσδόκιμο ζωής την ίδια περίοδο έχει σημειώσει άνοδο 2 μονάδων. Οι συμμετέχοντες στην έρευνα, συνδέουν ευθέως το επίπεδο υγείας τους με το εισόδημά τους, το οποίο βαθμολογούν με 74%, με το 100 να αντιστοιχεί σε άριστη υγεία. Διαπιστώνεται συσχέτιση των χρόνιων προβλημάτων υγείας με την ηλικία, την παχυσαρκία αλλά και το μορφωτικό επίπεδο. Αρνητικά συναισθήματα από την οικονομική κρίση, όπως ανασφάλεια – αγωνία – φόβο, θυμό – αγανάκτηση, απογοήτευση – πίκρα – θλίψη, άγχος εκφράζει ποσοστό άνω του 44% –τα άτομα με χαμηλό εισόδημα εμφανίζουν το μεγαλύτερο ποσοστό.

Στα παραπάνω καταλήγει έρευνα της GPO για λογαριασμό της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας, η οποία ανακοινώθηκε στο πρόσφατο συνέδριο της ΕΣΔΥ σε στρογγυλή τράπεζα για την υγεία και την περίθαλψη του ελληνικού πληθυσμού υπό συνθήκες οικονομικής κρίσης.

Τα στοιχεία που συλλέχθηκαν από τηλεφωνικές συνεντεύξεις σε αντιπροσωπευτικό δείγμα πληθυσμού, αναλύονται από τους ερευνητές της Σχολής με εστίαση στην αυτοαναφερόμενη κατάσταση υγείας των Ελλήνων υπό τις συνθήκες οικονομικής κρίσης. 

Παρότι επικρατεί η γενική εντύπωση ότι υπάρχει επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του πληθυσμού, αυτό δεν καταγράφεται από την έρευνα, εκτός από την αυτοαναφορά αύξησης της καταθλιπτικής διάθεσης. 

Μετά την παρουσίαση της έρευνας από τον Πρόεδρο της GPO κ. Τάκη Θεοδωρικάκο και από τους ερευνητές του Τομέα Οικονομικών της Υγείας της ΕΣΔΥ, τα αποτελέσματα σχολίασαν οι καθηγητές Αντιγόνη Λυμπεράκη και Γεώργιος Μέργος.

Πρόεδροι της συνεδρίας ήταν η Ελπίδα Πάβη, DDS, MPH, PhD, Επιμελήτρια ΕΣΔΥ και ο Γιάννης Κυριόπουλος, Πρόεδρος Ελληνικής Επιστημονικής Εταιρείας Οικονομίας & Πολιτικής της Υγείας & Ομότιμος Καθηγητής του Τομέα Οικονομικών της Υγείας ΕΣΔΥ.

Ο Πρόεδρος της GPO και Διδάσκων του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου στη Σχολή Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών κ. Τ. Θεοδωρικάκος αναφερόμενος στην κοινωνική διάσταση της έρευνας, σημείωσε ότι καταγράφηκε ότι περίπου 1/3 των Ελλήνων τον περισσότερο καιρό δυσκολεύεται να ανταπεξέλθει στους λογαριασμούς, και ότι στην ομάδα του πληθυσμού που το σύνολο των εισοδημάτων κατευθύνεται σε λογαριασμούς και χρέη, η αυτοεκτίμηση υγείας είναι σημαντικά κάτω από τον μέσο όρο. Για λόγους κόστους, ένα 25% του πληθυσμού δεν έλαβε τη θεραπεία του ή δεν έκανε ενδεδειγμένες εξετάσεις. Η έρευνα έδειξε ορισμένα αποτελέσματα τα οποία αποτελούν εξισορροπητικούς παράγοντες στο περιβάλλον της οικονομικής κρίσης, όπως μείωση στα ποσοστά του καπνίσματος, της κατανάλωσης οινοπνευματωδών ή κόκκινου κρέατος· μια τάση που επιβεβαιώνεται στις μελέτες των τελευταίων 13 ετών.

Στη συνέχεια, ο Οικονομολόγος Υγείας του Τομέα Οικονομικών της Υγείας της ΕΣΔΥ, κ. Δημήτρης Ζάβρας, στην ομιλία του με τίτλο «Μη ικανοποιημένη ανάγκη για ιατρική περίθαλψη», ανέφερε ότι δεν υπάρχει στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ των ποσοστών του 2011 και του 2015. Η κύρια αιτία μη έκφρασης αναγκών για ιατρική περίθαλψη είναι το κόστος, ενώ άλλοι παράγοντες που έχουν μελετηθεί, όπως η ευκολία πρόσβασης (χρόνος, απόσταση) ή αναβολή της περίθαλψης δεν έχουν σημαντική επίπτωση στη λήψη της απόφασης για αναζήτηση περίθαλψης. Συμπερασματικά, το 2015 σε σχέση με το 2011, καταγράφεται σημαντική αύξηση των μη εκφραζόμενων αναγκών για ιατρική περίθαλψη εξαιτίας οικονομικών λόγων.

Οι ερευνητές της ΕΣΔΥ, Αντώνιος Χαρώνης (Οικονομολόγος της Υγείας, Ερευνητής ΕΣΔΥ) και Μαρία Μαυρίκου (Δημόσια Πολιτική – Δημόσια Υγεία, ΕΣΔΥ) παρουσίασαν επιμέρους τμήματα της έρευνας. Ο κ. Χαρώνης αναφέρθηκε σε 2 μοντέλα, παρουσιάζοντας στοιχεία ανά γεωγραφική περιοχή: τα υψηλότερα ποσοστά καλής υγείας καταγράφονται στην Αττική και στη Θεσσαλονίκη, ενώ τα χειρότερα στα νησιά του Αιγαίου και την Κρήτη, λόγω δυσχερούς πρόσβασης στις υπηρεσίες υγείας. Ένα ποσοστό που ο ομιλητής χαρακτήρισε ανησυχητικό είναι η πτώση του επιπέδου της υγείας στις νεαρές ηλικίες, μεταξύ 2011 και 2015. Όσον αφορά τον αυτοχαρακτηρισμό του επιπέδου υγείας ανά εισοδηματική κατηγορία, όπως ήταν αναμενόμενο, ήταν καλύτερος αναλογικά με το ύψος του εισοδήματος, με εξαίρεση τα άτομα χωρίς «καθόλου εισοδήματα», τα οποία αναφέρουν καλή υγεία. Αυτό το παράδοξο εύρημα αποδίδεται στη νεαρή ηλικία των ατόμων που ανήκουν σε αυτή την εισοδηματική κατηγορία.

Η κ. Μαυρίκου εστίασε στο τμήμα του δείγματος της έρευνας που έχει διαγνωστεί με χρόνιο νόσημα (καρδιολογικό, ενδοκρινολογικό, πνευμονολογικό) και ανέρχεται σε 42% των ατόμων που απάντησαν στη έρευνα. Από αυτούς, περισσότεροι από τους μισούς είναι γυναίκες, 2 στους 3 είναι υπέρβαροι και παχύσαρκοι, ενώ 1 στους 5 ασθενείς με χρόνιο πρόβλημα παραμένει καπνιστής –με την αναλογία αυτή να είναι 1 στους 3 για τους ασθενείς με χρόνιο πνευμονολογικό πρόβλημα. Η μελέτη επιβεβαιώνει, επομένως την υψηλή νοσηρότητα του μεταβολικού συνδρόμου και καταγράφει ότι ένα 59% του δείγματος που έκανε χρήση υπηρεσιών υγείας είναι παχύσαρκοι και υπέρβαροι.

Πώς μπορούν να χρησιμοποιηθούν τα στοιχεία που συλλέγει η ΕΣΔΥ τα τελευταία 15 χρόνια, μέσω των ερευνών που παρουσιάστηκαν, σχολίασε ο Επιστημονικός Συνεργάτης του Τομέα Οικονομικών της Υγείας ΕΣΔΥ  κ. Κώστας Αθανασάκης. Τόνισε ότι σήμερα δεν νοείται πολιτική υγείας η οποία να μην βασίζεται σε ισχυρά δεδομένα, μεταξύ των οποίων διαχρονικά δεδομένα αναφορικά με την κατάσταση υγείας του πληθυσμού, δεδομένα αυτοαναφερόμενης νοσηρότητας. Στη συνέχεια ο κ. Αθανασάκης αναφέρθηκε στη μεθοδολογία των ερευνών υγείας, των “health interview surveys”, οι οποίες συμβάλλουν σημαντικά στη διαμόρφωση τεκμηριωμένων πολιτικών υγείας – τέτοια εργαλεία αποτελούν η έρευνα της Eurostat “European Health Interview Survey”, αλλά και η έρευνα της ΕΣΔΥ. Η χρηματοδότηση της έρευνας έγινε από την εταιρεία Merck κατόπιν διαγωνισμού σε παγκόσμιο επίπεδο και στη βάση ότι η Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει ένα case report σύγχρονης ανεπτυγμένης χώρας σε οικονομική κρίση και να ληφθούν χρήσιμα συμπεράσματα. Με τις εφαρμογές της μελέτης και τις επαναλήψεις της από το 2001 μέχρι σήμερα έχουν συλλεγεί πολλά δεδομένα και 25.000 ερωτηματολόγια τα οποία έχουν αξιοποιηθεί. Έτσι η μελέτη αυτή αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα για την ανάδειξη προτεραιοτήτων πολιτικής, όπως θα μπορούσαν να είναι οι στοχευμένες παρεμβάσεις σε βασικούς παράγοντες κινδύνου για την υγεία, σε συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμού (υψηλού κινδύνου), υπό τους οικονομικούς περιορισμούς στην παρούσα συγκυρία, κατέληξε ο κ. Αθανασάκης.

Η πρώτη από τους δύο σχολιαστές της συζήτησης, κ. Αντιγόνη Λυμπεράκη, Καθηγήτρια Οικονομικών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, Επισκέπτρια Καθηγήτρια LSE, έκανε μια σειρά παρατηρήσεων στα αποτελέσματα της μελέτης. Διαπίστωσε ότι η αυτοαναφορά για την κατάσταση της υγείας είχε πτωτική τάση έως το 2011 ενώ στη συνέχεια σταθεροποιήθηκε, αμφισβητώντας την πτώση του επιπέδου της υγείας του πληθυσμού λόγω της κρίσης. Το γενικότερο κλίμα και η διάθεση, είπε, επηρεάζει τις απαντήσεις και στα θέματα της αυτοαξιολόγησης της υγείας, και αυτές μπορεί να αλλάζουν ανάλογα με τις προσδοκίες ή τις αναφαινόμενες δυσκολίες που συνδέονται με την πολιτική κατάσταση της χώρας (ειδικότερα τις δύο χρονικές στιγμές που πραγματοποιήθηκε η μελέτη, τον Φεβρουάριο και τον Σεπτέμβριο 2015). Η κ. Λυμπεράκη επισήμανε επίσης ότι οι επαναλαμβανόμενες αυτές έρευνες θα ήταν καλύτερο να είχαν γίνει στα ίδια άτομα, κάτι που σχολίασε ο καθηγητής Γ. Κυριόπουλος, Ομότιμος Καθηγητής του Τομέα Οικονομικών της Υγείας ΕΣΔΥ, τονίζοντας ότι δεν επρόκειτο για επιδημιολογική μελέτη, σκοπός ήταν να αλλάζουν κάποιες ερωτήσεις στις μελέτες, στις διαφορετικές χρονικές στιγμές.

Ο Καθηγητής Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών Γεώργιος Μέργος, παρατήρησε ότι στη βιβλιογραφία αναφέρονται χώρες όπου το προσδόκιμο ζωής αυξήθηκε σε περιόδους κρίσης. Η αυτοαναφερόμενη κατάσταση της υγείας μπορεί να δίνει χειρότερη εικόνα από την πραγματική, κάτι που πρέπει να διερευνηθεί μήπως οφείλεται σε άλλους παράγοντες. Είναι απαραίτητο να βρίσκονται οι αιτιώδεις σχέσεις μέσα από τα δεδομένα και τη στατιστική ανάλυση των ερευνών, ώστε να εφαρμόζονται “evidence-based” πολιτικές. Καταλήγοντας ο κ. Μέργος είπε ότι δεν βλέπει σοβαρή μείωση του επιπέδου υγείας στη χώρα μας, παρά τα στοιχεία αυτοαναφοράς για την υγεία. Ωστόσο, είναι ανησυχητικές οι καταστροφικές δαπάνες υγείας για τα νοικοκυριά, καθώς ο πληθυσμός που πλήττεται φαίνεται να αυξάνεται.

Κλείνοντας τη συζήτηση ο καθηγητής κ. Κυριόπουλος, ανέφερε ότι σήμερα ο Π.Ο.Υ. προτιμά τις μελέτες βάσει “self-rated health”, καθώς η μέθοδος αυτή ενσωματώνει υποκειμενικά στοιχεία και συνάδει με τον συνυπολογισμό της ποιότητας ζωής. Επίσης, αποτελεί μια μέτρηση που είναι πιο χρήσιμη για τους χρήστες των υπηρεσιών υγείας σε σχέση με τις έρευνες που βασίζονται σε κλινικά δεδομένα.
Κατέληξε ότι από τη μελέτη της ΕΣΔΥ δεν καταγράφεται επιδείνωση της κατάστασης της υγείας στην Ελλάδα, όπως είναι η γενική εντύπωση.