Σοβαρά κοινωνικά προβλήματα δημιουργούν οι ουσιώδεις διαφορές ανάμεσα στις εθνικές νομοθεσίες στον τομέα της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, παρότι έχουν περάσει 40 χρόνια από τη γέννηση του πρώτου παιδιού με εξωσωματική γονιμοποίηση. Έτσι, σήμερα, εξακολουθούν να μην έχουν ισότιμη πρόσβαση στα επιτεύγματα της αναπαραγωγικής τεχνολογίας όλοι οι πολίτες της Ευρώπης και στην προσπάθειά τους να αποκτήσουν παιδί, αναγκάζονται να παρακάμπτουν με διάφορα τεχνάσματα του δικαιϊκούς κανόνες ή να πηγαίνουν σε χώρες, όπου δεν είναι βέβαιο ότι τηρούνται όλοι οι αναγκαίοι κανόνες ασφάλειας.

Από την άλλη, τα παιδιά που γεννιούνται με τις συγκεκριμένες μεθόδους σε άλλες χώρες τυγχάνουν άδικης μεταχείρισης, αφού αυτά μένουν συχνά νομικά μετέωρα ή, ακόμη χειρότερα, απομακρύνονται από τους γονείς που τα ήθελαν και φιλοξενούνται σε ανάδοχες οικογένειες ή δίνονται σε υιοθεσία.

Τα προβλήματα αυτά ήταν το έναυσμα για την υλοποίηση ερευνητικού προγράμματος από τη Νομική Σχολή και το Τμήμα Ιατρικής του ΑΠΘ, ενταγμένου στον άξονα ΑΡΙΣΤΕΙΑ ΙΙ, στο πλαίσιο του οποίου συντάχθηκαν προτάσεις για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των προβλημάτων, οι οποίες να μπορούν να γίνουν σήμερα ευρύτερα αποδεκτές στον Ευρωπαϊκό χώρο. Μεταξύ των κυριότερων προτάσεων, στις οποίες κατέληξε η ερευνητική ομάδα, περιλαμβάνονται οι ακόλουθες:

   -Πρόσβαση στην ιατρικά υποβοηθούμενη αναπαραγωγή χωρίς περιορισμό.

   -Αναγνώριση πρόσβασης στην ιατρικά υποβοηθούμενη αναπαραγωγή μοναχικών προσώπων και ομόφυλων ζευγαριών.

   -Μεταφορά ενός γονιμοποιημένου ωαρίου.

   -Αναγνώριση ηλικιακών ορίων για τα υποβοηθούμενα πρόσωπα και την παρένθετη μητέρα.

   -Αναγνώριση υπό αυστηρά οριοθετημένες προϋποθέσεις της μεταθανάτιας γονιμοποίησης και

   -Αναγνώριση υπό αυστηρά οριοθετημένες προϋποθέσεις της παρένθετης μητρότητας.

Οι προτάσεις παραδόθηκαν στα αρμόδια θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Συμβουλίου της Ευρώπης, στην Εθνική Επιτροπή Βιοηθικής, στην Αρχή Υποβοηθούμενης Ανθρώπινης Αναπαραγωγής, καθώς και στον Πρόεδρο του Ελληνικού ΚοινοβουλίουΝα σημειωθεί ότι στόχος του ερευνητικού έχουν ήταν: να περιγραφούν με σαφήνεια τα προβλήματα που υπάρχουν και οι επιπτώσεις τους στις κοινωνίες και στις ζωές των ατόμων, να καταγραφούν οι διαφορές των νομοθεσιών επιμέρους Ευρωπαϊκών χωρών, αλλά και οι τάσεις που διαμορφώνονται στη νομολογία, στην επιστημονική συζήτηση και στην κοινή γνώμη και να αναζητηθούν προτάσεις για την αποτελεσματική αντιμετώπιση των προβλημάτων, οι οποίες να μπορούν να γίνουν σήμερα ευρύτερα αποδεκτές στον Ευρωπαϊκό χώρο.

Για την εκτέλεση του έργου πραγματοποιήθηκε έρευνα σε επτά Ευρωπαϊκές χώρες. Πέραν της νομοθεσίας, αξιοποιήθηκαν σχετικές εθνικές και διεθνείς έρευνες, καθώς και η υπάρχουσα βιβλιογραφία. Παράλληλα πραγματοποιήθηκαν προσωπικές συνεντεύξεις με περίπου 100 επιστήμονες, ειδικούς σε ζητήματα υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν νομικοί, γιατροί, ψυχολόγοι, βιολόγοι, θεολόγοι, ανθρωπολόγοι και υπεύθυνοι για τη στρατηγική στην ανθρώπινη αναπαραγωγή και την εμβρυολογία.

Με βάση τα στοιχεία αυτά, συντάχθηκαν επτά εθνικές Εκθέσεις, για τη διαμόρφωση των οποίων αξιοποιήθηκε, επίσης, η σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ). Οι εκθέσεις αυτές αποτέλεσαν τη βάση για τη σύνταξη Συγκριτικής Μελέτης. Παράλληλα, σε δύο διεθνή συνέδρια, που πραγματοποιήθηκαν το Δεκέμβριο του 2014 και τον Απρίλιο του 2015 στη Θεσσαλονίκη, δόθηκε η ευκαιρία να ακουστούν επιπλέον απόψεις 50 ειδικών επιστημόνων και να συζητηθούν οι αρχικές προτάσεις της ερευνητικής ομάδας. Στα συνέδρια συμμετείχαν ερευνητές από το Βέλγιο, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ελλάδα, την Ιρλανδία, την Ιταλία, τη Μεγάλη Βρετανία και τη Σουηδία.