Πέρα από τις επιπτώσεις στην ψυχική υγεία (διάβασε ΕΔΩ σχετικά) η οικονομική κρίση επηρεάζει δυσμενώς και την υγεία της καρδιάς. Όπως είπαν σε συνέντευξη τύπου οι εκπρόσωποι του Ελληνικού Ιδρύματος Καρδιολογίας (ΕΛΙΚΑΡ), ενόψει του 19ου Συμποσίου Αθηροσκλήρωσης και Συναφών Παραγόντων Κινδύνου, που θα γίνει στην Αθήνα στις 18-19 Δεκεμβρίου, σε λίγα χρόνια η αύξηση της καρδιαγγειακής θνησιμότητας στη χώρα μας θα εκτοξευθεί.

Ειδικότερα ο διευθυντής της Α’ Καρδιολογικής Κλινικής του «Ερρίκος Ντυνάν Hospital Center», Γεώργιος Ανδρικόπουλος αναφέρθηκε στα αποτελέσματα του προγράμματος «Εκτίμηση Καρδιαγγειακού Κινδύνου - Μήνας Ελέγχου Χοληστερόλης», που υλοποιείται για 10 συνεχή χρόνια από το ΕΛ.Ι.ΚΑΡ. κι έχει μέχρι στιγμής συμπεριλάβει δεδομένα από 60.000 άτομα. Πρόκειται για την πιο μεγάλη βάση δεδομένων για τους παράγοντες κινδύνου των καρδιαγγειακών νοσημάτων στον Ελληνικό πληθυσμό. Σύμφωνα, λοιπόν, με τα δεδομένα του 2015, το 17% των συμμετεχόντων εγκατέλειψε τη φαρμακευτική υπολιπιδαιμική αγωγή του λόγω υψηλού κόστους συμμετοχής στη φαρμακευτική δαπάνη, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό το 2014 ήταν 12,9%. Επιπλέον περίπου οι μισοί ασθενείς χαρακτηρίζουν μεγάλο ή δυσβάσταχτο το οικονομικό κόστος της φαρμακευτικής δαπάνης.

Επιπλέον η υπερχοληστερολαιμία παραμένει άλυτο πρόβλημα στον ελληνικό πληθυσμό και το πρόβλημα της μειωμένης συμμόρφωσης στη δέουσα μακροχρόνια φαρμακευτική αγωγή έχει επιταθεί από το υψηλό κόστος της θεραπείας. «Είναι, ίσως, ο πιο σημαντικός και υποτιμημένος λόγος για τον οποίο η οικονομική κρίση και η υποχρηματοδότηση της υγείας θα οδηγήσουν σε μερικά χρόνια σε αύξηση της καρδιαγγειακής θνησιμότητας στη χώρα μας» υπογράμμισε ο κ. Ανδρικόπουλος.

Ένα πιο αισιόδοξο μήνυμα έρχεται από τον βαθμό ευαισθητοποίησης των ασθενών απέναντι στο διογκούμενο πρόβλημα της κολπικής μαρμαρυγής. Φαίνεται ότι όλο και περισσότεροι ασθενείς λαμβάνουν την ενδεικνυόμενη αντιπηκτική αγωγή, που προφυλάσσει από αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό για τη χώρα, που έχει μεγάλο αριθμό αγγειακών εγκεφαλικών επεισοδίων, αλλά και μεγάλο αριθμό ασθενών με κολπική μαρμαρυγή, κυρίως λόγω γήρανσης του πληθυσμού.

Επιπλέον φάνηκε ότι η μέτριας έντασης αερόβια άσκηση έναντι της άσκησης αντίστασης και της διαλείπουσας αναερόβιας άσκησης προσφέρει πλεονεκτήματα όσον αφορά στην ενδοθηλιακή λειτουργία και αγγειακή σκληρία, τόσο των κεντρικών όσο και των περιφερικών αρτηριών. Προτείνεται, λοιπόν, σε άτομα με καρδιαγγειακούς παράγοντες κινδύνου, αερόβια άσκηση σε φυσικό περιβάλλον, που φαίνεται ότι βελτιώνει σημαντικά τις λειτουργικές ιδιότητες των αρτηριών και την καρδιαγγειακή υγεία.

Ο Διευθυντής της Β’ Καρδιολογικής Κλινικής της Ευρωκλινικής Αθηνών κ. Δημήτρης Ρίχτερ αναφέρθηκε στα ιδιαίτερα ενθαρρυντικά μηνύματα από τις μελέτες OSLER και ODYSSEY για τα αντίσωματα που μπλοκάρουν το PCSK9, μια πρωτεΐνη που συμμετέχει στη μη αποδόμηση των υποδοχέων της LDL στον οργανισμό, και με τη χορήγηση μονοκλονικών αντισωμάτων μειώνεται κατά 50-60% περαιτέρω η LDL, πέρα από τη μείωση που έχει, ήδη, επιτευχθεί με τις στατίνες. Τα αντίσωματα αυτά (alirocumab και evolocumab) αναμένεται να αποτελέσουν τον μελλοντικό σύμμαχο των ήδη χρησιμοποιούμενων φαρμάκων στην αντιμετώπιση της υπερλιπιδαιμίας και των επιπλοκών της. Χορηγούνται με ένεση κάθε 2-4  εβδομάδες και αναμένονται εντός του 2016 και στην Ελλάδα, αφού έχουν ήδη λάβει έγκριση κυκλοφορίας τόσο στην Ευρώπη όσο και στην Αμερική.

Έγινε, ακόμη, αναφορά στην πρόσφατα ανακοινωθείσα μελέτη Sprint, η οποία συντάραξε τον επιστημονικό κόσμο σχετικά με την αντιμετώπιση της υπέρτασης και αναμένεται να οδηγήσει σε πλήρη αναθεώρηση, τόσο των Ευρωπαϊκών όσο και των Αμερικανικών κατευθυντηρίων οδηγιών. Μία μελέτη, η οποία, την ημέρα που δημοσιεύεται, προκαλεί τρία editorial και ένα case report στο NEJM, τέσσερα editorial στο Hypertension και  ένα άρθρο του Topol στους New York Times που ζητάει άμεση δημοσίευση των δεδομένων της μελέτης σε όλη την ιατρική κοινότητα ως σημαντικά δεδομένα για τη δημόσια υγεία, δεν μπορεί παρά να αποτελεί μία σημαντική μελέτη.