Με επιπλέον 137 εκ. ευρώ στην τριετία 2016-2018, προσδοκά να ενισχύσει η Κυβέρνηση τα κρατικά ταμεία, από το clawback που επιβάλλει και στα φάρμακα που χορηγούνται στα νοσοκομεία, σύμφωνα με την έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους.

Στη λογική αυτή, θεσμοθετείται και επίσημα πλέον το clawback στα νοσοκομεία με ένα μόνο άρθρο, που συμπεριέλαβε η Κυβέρνηση στο νομοσχέδιο για τα "κόκκινα δάνεια" το οποίο ψηφίζεται σήμερα. Το άρθρο προβλέπει την καθιέρωση clawback και στην νοσοκομειακή φαρμακευτική δαπάνη, πέραν αυτού που εφαρμόζεται ήδη για την εξωνοσοκομειακή φαρμακευτική περίθαλψη. Σύμφωνα με αυτό, το όριο των δημοσίων δαπανών των νοσοκομείων για φαρμακευτική δαπάνη, ορίζεται σε 570 εκ. ευρώ για το 2016, σε 550 εκ. ευρώ για το 2017 και σε 530 εκ. ευρώ για το 2018, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ.

Οποιαδήποτε φαρμακευτική δαπάνη υπερβαίνει τα παραπάνω όρια, επιστρέφεται από τις φαρμακευτικές εταιρίες ή τους κατόχους άδειας αγοράς και καταβάλλεται σε ειδικό λογαριασμό που ορίζεται από τον υπουργό Υγείας ή συμψηφίζεται από το υπουργείο Υγείας με ισόποσες οφειλές για την προμήθεια φαρμακευτικών προϊόντων.

Μέτρο που καταστρέφει την ανάπτυξη
Το μέτρο έχει χαρακτηριστεί εξαιρετικά αντιαναπτυξιακό, από το σύνολο της φαρμακευτικής βιομηχανίας της χώρας.

Ειδικότερα η Πανελλήνια Ένωση Φαρμακοβιομηχανίας έχει επισημάνει την απόλυτα αντιαναπτυξιακή πολιτική που ακολουθείται τα τελευταία χρόνια στον τομέα του φαρμάκου.

Έτσι τα επιχειρήματα του κλάδου επαναλήφθηκαν και στο 11ο Πανελλήνιο Συνέδριο για τη διοίκηση, τα οικονομικά και τις πολιτικές της υγείας που οργάνωσε η Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας (ΕΣΔΥ) τις προηγούμενες ημέρες.

Με παρέμβασή του ο πρόεδρος της ΠΕΦ κ. Θεόδωρος Τρύφων,  σημείωσε πως τα γενόσημα είναι φθηνότερα κατά 68-70% έναντι της τιμής του πρωτοτύπου, εξοικονόμηση η οποία δεν αξιοποιήθηκε ποτέ από τα ασφαλιστικά ταμεία. Απαντώντας σε αιτιάσεις ότι τα γενόσημα στην Ελλάδα είναι ακριβά, σημείωσε πως στην Ευρώπη, δόθηκαν κίνητρα για προώθηση των γενοσήμων στους φαρμακοποιούς, με μείωση της τιμής όσο αυξανόταν η κατανάλωσή τους, κάτι που δεν έγινε ποτέ στη χώρα μας.

Σε κάθε περίπτωση όμως, τόνισε ότι η μέση χονδρική τιμή γενοσήμων είναι 7,3 ευρώ (από τα οποία η φαρμακοβιομηχανία εισπράττει τα 4,9 ευρώ κατά μ.ο.), έναντι μέσης τιμής προστατευόμενων πρωτοτύπων στα 23 ευρώ.

Ο κ. Τρύφων, συνδυάζοντας όλα τα δεδομένα, τόνισε ότι το 18% της δαπάνης για γενόσημα δεν είναι πρόβλημα, αντίθετα είναι σημαντικότερο ότι από τις 10 δραστικές που έχουν χάσει την πατέντα τους, οι 7 δεν μπορούν να αξιοποιηθούν λόγω πολύ χαμηλής τιμής.

Στρεβλή στρατηγική
Αντίστοιχα, σε ομιλία του ο αντιπρόεδρος της ΠΕΦ κ. Βασίλης Κάτσος έκανε λόγο για στρεβλή πολιτική και στρατηγική, τη στιγμή που η φαρμακοβιομηχανία στη χώρα, είναι από τους ελάχιστους τομείς της οικονομίας που παρουσιάζει επάρκεια για εξωστρέφεια και αντίσταση στην κατάσταση που περνάμε.

Πρόσθεσε ότι παρά τα αντιαναπτυξιακά μέτρα, ο κλάδος αναπτύσσει σημαντική εξωστρέφεια και καινοτομία, και πως πρόκειται για εθνικό κεφάλαιο ανταγωνιστικό και δυναμικό, με παραγωγή γενοσήμων άριστης ποιότητας. Με την παραγωγή του, συμβάλλει τα μέγιστα στην ελληνική οικονομία και έχει επιβεβαιωθεί από μελέτες αλλά και έμπρακτα με την εμπιστοσύνη των Ελλήνων πολιτών.

Ο κ. Κάτσος τόνισε πως ο κλάδος εκτός του ότι απασχολεί άμεσα πάνω από 12.000 εργαζομένους με το 80% να αποτελεί προσωπικό υψηλής ειδίκευσης, "μπλοκάρει" το brain drain της χώρας μας, είτε διατηρώντας το προσωπικό αυτό εντός συνόρων, είτε προσελκύοντας Έλληνες που σπούδασαν στο εξωτερικό, να επιστρέψουν.

Ανταγωνιστικότητα διαφοροποίησης
Υπογράμμισε πως με τα 27 υπερσύγχρονα εργοστάσια, αποτελεί έναν από τους ελάχιστους κλάδους με πάνω 800 εκ. ευρώ επένδυση σε εγκαταστάσεις και τόνισε πως αντλεί κέρδη από το εξωτερικό και τα επενδύει στη χώρα, κάτι που δεν συμβαίνει σε πολλούς τέτοιους κλάδους. Ήδη το ελληνικό φάρμακο είναι το 2ο ή 3ο εξαγώγιμο βιομηχανικών προϊόντων  σε περισσότερες από 85 χώρες.

Η ανταγωνιστικότητά του, έχει δημιουργηθεί από τη διαφοροποίηση των προϊόντων, με επενδύσεις σε ερευνητικά προγράμματα, όταν οι λοιπές βιομηχανίες αποεπενδύουν.

Επισημαίνοντας την παραγωγή τεχνογνωσίας στη χώρα, τόνισε πως η  ελληνική φαρμακοβιομηχανία συμβάλλει με πάνω από 2,8 δισ. ευρώ, δηλαδή στο  1,5% του ΑΕΠ με δημόσια έσοδα, φορολογία, εισφορές, clawback κλπ, τονίζοντας πως για κάθε ευρώ ελληνικού φαρμάκου, επιστρέφουν 3,42 ευρώ πίσω στην ελληνική οικονομία. Πρόσθεσε ότι η ελληνική φαρμακοβιομηχανία έχει δυνατότητα να καλύψει πάνω από το 70% της εξωνοσοκομειακής και το 50% νοσοκομειακής ανάγκης σε φάρμακα.

Εντούτοις, όσο υγιής κι αν είναι ο συγκεκριμένος τομέας, έχει δεχθεί βίαιη διαμόρφωση της φαρμακευτικής δαπάνης. Και ενώ το 2008 είχαμε κατά κεφαλήν δαπάνη αρκετά πάνω από το μ.ο. της Ευρώπης, σήμερα, υπολειπόμαστε κατά 30-40% σε σχέση με την Ευρώπη, κινούμενοι από το ένα άκρο στο άλλο.

Και το πρόβλημα είναι η έλλειψη σχεδιασμού, βάσει του οποίου θα ζήσουμε.  Διότι η διόρθωση τα τελευταία χρόνια στηρίχθηκε αποκλειστικά στις τιμολογιακές παρεμβάσεις, χωρίς θεσμικές παρεμβάσεις για περιστολή της φαρμακευτικής δαπάνης και χωρίς άλλα διαρθρωτικά μέτρα, η πολιτική δεν είναι επαρκής για τη διείσδυση των γενοσήμων στην ελληνική αγορά.

Έλλειψη ελέγχου
Στο σύστημα υγείας παραμένουν τα 5 εκ. συνταγές ετησίως, δεν εφαρμόζεται κανένας ελεγκτικός μηχανισμός στη συνταγογράφηση, τη στιγμή που υπάρχει ηλεκτρονικό σύστημα από τα αρτιότερα, το οποίο δεν χρησιμοποιούμε, αντί να δούμε τι συμβαίνει μέσα στο σύστημα και από πού μπορούμε να εξοικονομήσουμε πόρους. Το κράτος τα μετράει όλα αλλά δεν αναλύει κανένας.

Επισημαίνοντας ότι τα τελευταία 6 χρόνια, 5 υπουργοί Υγείας περίτρανα έχουν δηλώσει πρόθεση να στηρίξουν ελληνική φαρμακοβιομηχανία, όμως μόνο αντιαναπτυξιακές πολιτικές εφαρμόζουν.

Ο κ. Κάτσος υπογράμμισε ότι η ελληνική φαρμακοβιομηχανία, δεν ζητά ούτε επιδότηση ούτε προστασία, αλλά για ίσους κανόνες. Και το μόνο που βρίσκει είναι αντικίνητρα παραγωγής φαρμάκων και επιβάρυνση του ασθενή, πολιτική που ευνοεί την υποκατάσταση παραγομένων με εισαγόμενα και παλιών και φθηνών με πάρα πολύ ακριβές νεωτεριστικές θεραπείες. Την ίδια στιγμή η χρηματοδότηση δεν είναι ομαλή και οι εταιρίες δεν γνωρίζουν πότε θα εισπράξουν και πόσα θα εισπράξουν, αφού το clawback αυξομοιώνεται, χωρίς άλλα μέτρα συγκράτησής του.

Όρια στις επενδύσεις
Έτσι, ο κ. Κάτσος ζήτησε ηλεκτρονική διαχείριση του συστήματος, και ένα ενιαίο πλαίσιο υποχρεώσεων των προμηθευτών προς το σύστημα και αντίστροφα, προκειμένου να ομαλοποιηθεί η αγορά.

Στο σημείο αυτό, τόνισε ότι οι επενδύσεις και η διατήρηση των θέσεων εργασίας έχουν όριο, και χαρακτήρισε πρωτοφανές σαν χώρα να κάνουμε όλα όσα δεν πρέπει σε έναν κλάδο που φέρνει ανάπτυξη.

Η ευρωστία του κλάδου προέρχεται όχι από την εσωτερική αγορά, αλλά από τη διεισδυτικότητα στις αγορές του εξωτερικού. "Μας ξέρουν περισσότερο στο εξωτερικό απ΄ότι στη χώρα μας" είπε ο κ. Κάτσος χαρακτηριστικά τονίζοντας πως πρόκειται για επιχειρήσεις εντάσεως κεφαλαίου και πως η εξωστρέφεια είναι η λύση στο πρόβλημα.