Γνώση και συναίσθηση του κινδύνου του προδιαβήτη οδηγεί σε συμπεριφορές μείωσης αυτού του κινδύνου.

Η σημασία της αλλαγής συμπεριφοράς στον τρόπο που συμπεριφερόμαστε στον εαυτό μας είναι γνωστή σε όλους. Ωστόσο παρότι αλλαγές στη διατροφή, που είναι σημαντικές και για την ρύθμιση του βάρους, αλλά και για την ρύθμιση του σακχάρου, δείχνουν λογικές και προφανείς, ελάχιστοι τις εφαρμόζουν συστηματικά στην καθημερινότητά τους. Τα ίδιο συμβαίνει και με το καθιστικό τρόπο ζωής, ελάχιστοι έχουν καθημερινά έστω  και ελαφριάς έντασης και διάρκειας άσκηση (πχ. 40’ περπάτημα καθημερινά), που όχι μόνο βοηθά στο βάρος και στη μείωση των τιμών του σακχάρου, αλλά και στην μείωση των καρδιαγγειακών συμβαμμάτων, βελτιώνοντας την υγεία των αγγείων μας, επισημαίνει ο παθολόγος - διαβητολόγος Αντώνης Λέπουρας, διευθυντής Παθολογικής - Διαβητολογικής Κλινικής και Διαβητολογικού Κέντρου ΙΑΣΩ General και προσθέτει: Η πρόληψη χαρίζει υγεία και χωρίς χρηματικό κόστος, είναι, όμως, εφικτή στην καθημερινή πραγματικότητά μας;

Έρευνες δείχνουν ότι η  ευαισθητοποίηση ατόμων με προδιαβήτη, για τους σοβαρούς κινδύνους που επίκεινται, διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην προώθηση από πλευράς τους συμπεριφορών ελάττωσης αυτού του κινδύνου. Ασθενείς που έχουν επίγνωση της κατάστασης του προδιαβήτη τους είναι πιο πιθανό να εμπλακούν τόσο στη αύξηση της σωματικής δραστηριότητας, όσο και στη διαχείριση του βάρους τους.
Παρά το γεγονός ότι η διάγνωση και η παροχή συμβουλών είναι σημαντικές για τον προδιαβήτη, οι πάροχοι υγειονομικής περίθαλψης θα πρέπει να δημιουργήσουν σχέσεις με τα συστήματα υγειονομικής περίθαλψης, τις κοινότητες και τους εργοδότες, ώστε να αυξήσουν τη διαθεσιμότητα δομημένων, αλλά και τεκμηριωμένων προγραμμάτων τρόπου ζωής.

Οι ενήλικες, που γνωρίζουν την κατάσταση και τους κινδύνους του προδιαβήτη τους, μπορεί να είναι πιο πιθανό να ασκηθούν και να χάσουν βάρος. Είναι γνωστό ότι η φυσική δραστηριότητα και η απώλεια βάρους έχουν μεγάλα πλεονεκτήματα, όσον αφορά στην πρόληψη μελλοντικού διαβήτη μεταξύ εκείνων με προδιαβήτηΩστόσο οι μελέτες, δείχνουν ότι μόνο το 50% των ατόμων με προδιαβήτη συμμετέχει σε αυτές τις συμπεριφορές μείωσης του κινδύνου. Ένας βασικός παράγοντας για την κατανόηση αυτής της διαφοράς θα μπορούσε να σχετίζεται με την ευαισθητοποίηση του προδιαβήτηΩς εκ τούτου, η μελέτη διεξήχθη για να εξετάσει την επίδραση της ευαισθητοποίησης για προδιαβήτη στις πιθανότητες της εμπλοκής των ατόμων σε συμπεριφορές μείωσης του κινδύνου διαβήτη. 

Η Anjali Gopalan, MD, και οι συνεργάτες της ανέλυσαν στοιχεία από δύο κύκλους της Εθνικής Έρευνας και Εξέτασης για την υγεία και τη διατροφή, η οποία διεξήχθη στις ΗΠΑ, από το 2007 μέχρι το 2008 και από το 2009 έως το 2010. Οι συμμετέχοντες με αυτο-αναφερόμενο σακχαρώδη διαβήτη αποκλείστηκαν από τη μελέτη και στους υπόλοιπους συμμετέχοντες έγινε διαλογή με βάση τη γλυκοζυλιομένη αιμοσφαιρίνη (HbA1c μεταξύ 5,7% και 6,4%, στις ΗΠΑ, αποτελούν την ομάδα του προδιαβήτη). Εκείνοι που πληρούσαν τα κριτήρια αυτά, στη συνέχεια διαχωρίστηκαν περαιτέρω σε μια ομάδα, που είχε, ήδη, γνώση για την κατάσταση του προδιαβήτη τους.

Μια πολυπαραγοντική λογιστική ανάλυση έγινε για να εκτιμηθεί ο αντίκτυπος της ευαισθητοποίησης για τον προδιαβήτη, σχετικά με τις πιθανότητες εμπλοκής σε  σωματική δραστηριότητα, η προσπάθεια απώλειας βάρους η και ένα συνδυασμό των δύο. Σε αυτή τη μελέτη, 2.694 άτομα πληρούσαν τα κριτήρια για προδιαβήτη. Ωστόσο μόνο 288 άτομα από το σύνολο των συμμετεχόντων γνώριζαν την κατάστασή τους και διαπιστώθηκε ότι είχαν περισσότερες πιθανότητες να εμπλακούν σε οποιουδήποτε είδους διαχείρισης του βάρους, σε σύγκριση με άτομα που δεν γνώριζαν, παράλληλα με μείωση ΒΜΙ και κατάλληλη διαχείρισή του. Γνωρίζοντας τις επιπτώσεις του προδιαβήτη ήταν, επίσης, μιάμιση φορά πιο πιθανό να έχουν σωματική δραστηριότητα και περισσότερες πιθανότητες να συνδυάσουν τουλάχιστον 150 λεπτά την εβδομάδα μέτριας δραστηριότητας με τουλάχιστον 7% απώλεια βάρους κατά το παρελθόν έτος.

Ο προδιαβήτης δείχνει τετραπλάσιο ανά έτος κίνδυνο να εμφανίσουμε διαβήτη και διπλασιάζει τις πιθανότητες ανά έτος καρδιαγγειακών συμβαμμάτων. Και οι δύο επιπλοκές είναι αναστρέψιμες σε πολύ μεγάλο βαθμό, μόνο με αλλαγή συμπεριφοράς στον τρόπο ζωής και διατροφής. 

Δυστυχώς σε όλες τις μελέτες πρόληψης, μόλις διακόπηκε η εντατική παρακολούθηση και ενθάρρυνση, οι συμμετέχοντες στη πλειοψηφία τους, επέστρεψαν στις προγενέστερες συνήθειες και συμπεριφορές, διακόπτοντας τη σωματική άσκηση και ανακτώντας σε πολύ λίγο χρόνο τα κιλά που με κόπο είχαν χάσει.

Το ίδιο ισχύει και με τον διαβήτη και με τις επιπλοκές του. Η μελέτη πρόληψης (BARI 2D) έδειξε ότι, μεταξύ 2265 συμμετεχόντων διαβητικών με στεφανιαία νόσο, το ποσοστό επίτευξης του ελέγχου έξι παραγόντων καρδιαγγειακού κινδύνου, μέσω της "από πρωτόκολλο καθοδηγούμενης εντατικής ιατρικής θεραπείας", συσχετίστηκε αντίστροφα με κάθε αιτία θανάτου ακόμα και με έμφραγμα ή και εγκεφαλικό επεισόδιο.
Επιπλέον οι ασθενείς που πέτυχαν μόνο δύο ή λιγότερους παράγοντες ελέγχου, είχαν διπλάσιο κίνδυνο θανάτου και 70% υψηλότερο κίνδυνο σύνθετων καρδιαγγειακών συμβαμάτων εναντίον όσων πέτυχαν το στόχο για έξι παράγοντες κινδύνου. 

Δυστυχώς, ακόμα και υπό ιατρική παρακολούθηση, ο μέσος αριθμός των ελεγχόμενων παραγόντων κινδύνου ήταν 3,5 και βελτιώθηκε στους 4,2 στα 5 έτη παρακολούθησης, και αυτό το χαμηλό μέσο ποσοστό επιτυχίας οφείλεται και στην έλλειψη συνέπειας από την πλευρά των ασθενών, αλλά και στην μη συστηματική προσπάθεια από την πλευρά του υγειονομικού προσωπικού. Χρειάζεται, λοιπόν, ενημέρωση, συνεργασία, υποστήριξη από το οικογενειακό, το κοινωνικό, και το εργασιακό περιβάλλον, μαζί με την συνδρομή κατάλληλα εκπαιδευμένου υγειονομικού προσωπικού, για να τροποποιηθεί και να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος του διαβήτη αλλά και των οδυνηρών επιπλοκών του.