Με τον όρο ακράτεια εννοούμε την ακούσια, οποιουδήποτε βαθμού, απώλεια ούρων, η οποία μπορεί να προκαλέσει τόσο προβλήματα υγιεινής (δερματίτιδες, κατακλίσεις, ουρολοιμώξεις), όσο και κοινωνικά (μυρωδιές, βρεγμένα ρούχα, κλπ). Η ακράτεια δεν είναι νόσος από μόνη της, αλλά ένα σύμπτωμα, ένα κλινικό σημείο (όπως ο βήχας, ο έμετος, κ.ά.).

Η συχνότητα (και κατ’επέκταση το πρόβλημα) είναι πολύ μεγαλύτερη από ότι φανταζόμαστε και δεν αφορά μόνο στην 3η ηλικία, όπως πιθανό να πιστεύουν οι περισσότεροι. Κατά ποσοστό 80% η ακράτεια αφορά στις γυναίκες. Υπάρχουν πολλές στατιστικές μελέτες πάνω στο θέμα. Μία απ΄αυτές λέει πως στην Ελλάδα πάσχουν πάνω από 600.000 άτομα (αφορώντας ποσότητες από σταγόνες μέχρι μεγάλη ποσότητα ούρων) και ότι 1 στις 4 ενήλικες γυναίκες έχει αντιμετωπίσει το πρόβλημα σε κάποια φάση της ζωής της. Μια άλλη έρευνα στα ΚΑΠΗ αναφέρει πως 26% των ανδρών και 46% των γυναικών αιτιάται κάποια μορφή ακράτειας. Υπάρχουν και μελέτες, όμως, που αναφέρουν ποσοστό στον γενικό πληθυσμό ως και 62%. Όπως καταλαβαίνει κανείς το θέμα της ακράτειας είναι πολύ σημαντικό, με επιπτώσεις κοινωνικές, οικονομικές (λόγω του μεγάλου κόστους αντιμετώπισης και των πολλών χαμένων εργατοωρών).

Ποια είναι η φυσιολογία αποθήκευσης και αποβολής των ούρων

Κάθε μέρα οι νεφροί διοχετεύουν στην κύστη δια μέσου των ουρητήρων, περί το 1,5 λίτρου ούρων και εκεί αποθηκεύονται προσωρινά, αφού η κύστη έχει την ικανότητα να φουσκώνει (συμβαίνει χάλαση του μυικού τοιχώματός της- του εξωστήρα μυός δηλαδή). Όταν στην κύστη μαζευτούν 250-300ml ούρων, δίνεται σήμα στον εγκέφαλο προς ούρηση. Η τελευταία, φυσιολογικά λαμβάνει χώρα όταν το άτομο βρεθεί σε κοινωνικά αποδεκτές συνθήκες και πριν τα ούρα ξεπεράσουν τα 450-500ml, όπου μετά το ποσό αυτό, η ούρηση δύσκολα αναβάλλεται. Κάθε γυναίκα ουρεί φυσιολογικά 3-4 φορές την ημέρα, ενώ ένας άνδρας 5-6. Για να γίνει η αποθήκευση, πρέπει η κύστη να διαταθεί για να γεμίσει με ούρα, ο σφιγκτήρας να επαρκεί, ώστε αυτά να συγκρατηθούν μέσα της, ενώ, για να αρχίσει η ούρηση, ο εξωστήρας μυς (το τοίχωμα, δηλαδή, της κύστης) να συσπαστεί για να σπρώξει τα ούρα (ενώ ταυτόχρονα να χαλαρώσει ο σφιγκτήρας για να μην τα εμποδίσει). Πρόκειται, δηλαδή, για μια πολύπλοκη διαδικασία, στην οποία συμμετέχει τόσο η κύστη και ο σφιγκτήρας, όσο και το νευρικό σύστημα (εγκέφαλος και περιφερικά νεύρα).

Είδη ακράτειας

1) Ακράτεια προσπάθειας. Είναι ο συχνότερος τύπος ακράτειας. Σ αυτήν συμβαίνει απώλεια ούρων κατά τη διάρκεια κάποιας προσπάθειας ή αύξησης της ενδοκοιλιακής πίεσης (βήχας, γέλιο, φτέρνισμα, άρση βάρους, αθλητική δραστηριότητα) και οφείλεται κυρίως σε χαλάρωση των μυών που αποτελούν τον σφιγκτηριακό μηχανισμό, ενώ ταυτόχρονα - επειδή συμβάλλουν και στη στήριξη της κύστης - δεν της επιτρέπουν να δεχθεί μεγάλες πιέσεις και ποσότητες ούρων. Συνήθως οφείλεται σε τοκετούς, επεμβάσεις στην πύελο (π.χ. υστερεκτομή), αλλά και σε παχυσαρκία, εμμηνόπαυση, ηλικία.

2) Επιτακτική ακράτεια. Στην περίπτωση αυτή το αίτιο είναι ο εξωστήρας μυς της κύστης (το τοίχωμά της δηλαδή), το οποίο συσπάται (ώστε να προωθήσει τα ούρα προς τα έξω), ενώ αντίθετα θα έπρεπε να διαταθεί για να αποθηκεύσει περισσότερα. Παρουσιάζει, δηλαδή, μια υπερευαισθησία, γι αυτό και ονομάζεται και «ευερέθιστη κύστη». Τα άτομα αυτά μπορεί να ουρούν ακόμα και 10 φορές την ημέρα, χωρίς να ουρούν πάντα φυσιολογικές ποσότητες. Τα αίτια μπορεί να είναι νευρολογικά (κάκωση σπονδυλικής στήλης, εγκεφαλικό επεισόδιο, σκλήρυνση κατά πλάκας, Parkinson, κ.ά.), ενώ, πριν τεθεί η διάγνωση, πρέπει ν αποκλειστούν η πιθανή ουρολοίμωξη, η λιθίαση ή ο καρκίνος της κύστης, που έχουν παρόμοια συμπτώματα.

3) Μικτού τύπου ακράτεια. Είναι συνδυασμός των παραπάνω δύο.

Εκτός  από τις παραπάνω μορφές, υπάρχει και η συνεχής ακράτεια ούρων λόγω κάποιας μη φυσιολογικής επικοινωνίας της κύστης με άλλο σημείο του σώματος (πχ κυστεοκολπικό συρίγγιο), που προκαλεί συνεχή απώλεια ούρων (στη συγκεκριμένη περίπτωση από τον κόλπο), αλλά και η ακράτεια από υπερπλήρωση, που ουσιαστικά είναι το «ξεχείλισμα» της κύστης (με μορφή ακράτειας), όταν αυτή υπερδιαταθεί και δε μπορεί να δεχθεί άλλα ούρα, ενώ ταυτόχρονα κάποιου είδους απόφραξη (υπερτροφία προστάτη ή στένωμα ουρήθρας) δεν επιτρέπει την κένωσή της. Η τελευταία αφορά κυρίως σε άνδρες και αποτελεί τη συχνότερη μορφή ακράτειας σ αυτούς.

Υπάρχει θεραπεία;

Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η ακράτεια είναι ένα σύμπτωμα και όχι μια νόσος. Όπως π.χ. δε θεραπεύουμε τον βήχα, αλλά τη λοίμωξη αναπνευστικού που τον προκαλεί, έτσι και στην ακράτεια, στοχεύουμε στην υποκείμενη νόσο. Σε γενικές γραμμές η θεραπεία χωρίζεται σε 3 ομάδες: συμπεριφοράς (ασκήσεις και επανεκπαίδευση της κύστης με ή χωρίς βοήθεια), φαρμακευτική και χειρουργική.

Όσον αφορά στην ακράτεια προσπάθειας, επειδή η βλάβη είναι μηχανική (ανεπαρκής στήριξη της κύστης και λειτουργία του σφιγκτήρα), ριζική και άμεση λύση προσφέρει η χειρουργική αντιμετώπιση. Σ αυτή γίνεται προσπάθεια επαναφοράς του μηχανισμού, είτε όπως παλιότερα, με ανάρτηση του κόλπου και της ουρήθρας, είτε με τις πιο πρόσφατες τεχνικές, που είναι πιο αναίμακτες και ελάχιστα επεμβατικές με ταινίες ελεύθερης τάσης (TVT και TVT-O). Η επέμβαση διαρκεί λίγη ώρα και η ασθενής επιστρέφει στο σπίτι την ίδια ή την επόμενη ημέρα. Πριν από τη χειρουργική αντιμετώπιση είναι δυνατό να δοκιμασθούν οι ασκήσεις του πυελικού εδάφους, που είναι αρκετά αποτελεσματικές, μεν, αλλά απαιτούν μεγάλο χρονικό διάστημα έως ότου να υπάρξει βελτίωση. Επικουρικά με τις ασκήσεις μπορεί να εφαρμοστεί ηλεκτροθεραπεία, ενώ η ασθενής θα πρέπει να ελέγξει το σωματικό της βάρος, αν είναι παχύσαρκη. Φαρμακευτικά, τελευταία χορηγείται η ντουλοξετίνη, ένα φάρμακο που αρχικά χρησιμοποιήθηκε ως αντικαταθλιπτικό με αμφίβολα αποτελέσματα, ενώ και τα οιστρογόνα που λείπουν μετεμμηνοπαυσιακά, μπορούν να ενισχύσουν τον ατροφικό σφιγκτήρα.

Αντίθετα η επιτακτική ακράτεια αντιμετωπίζεται κυρίως με φάρμακα (αντιχολινεργικά). Τα φάρμακα αυτά μειώνουν τη δραστηριότητα του εξωστήρα μυός, ελαττώνοντας παράλληλα και τις ακούσιες συσπάσεις, που σαν αποτέλεσμα έχουν την ακράτεια. Και πάλι η επανεκπαίδευση της κύστης με ασκήσεις συμπεριφοράς (πχ προγραμματισμός της ούρησης ώστε ο ασθενής να ουρεί με το ρολόι και όχι όταν έχει ανάγκη) αλλά και οι ασκήσεις πυελικού εδάφους (σπανιότερα) μπορεί να έχουν μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα.

Σε περιπτώσεις χρόνιων νόσων (σκλήρυνση κατά πλάκας, εγκεφαλικό επεισόδιο, ν. Parkisnon, κ.ά.), δε μπορούμε παρά να προσπαθήσουμε να κάνουμε καλύτερη την ποιότητα της ζωής του ασθενούς, αλλά και να τον προστατεύσουμε από τις επιπλοκές της ακράτειας. Στις περιπτώσεις αυτές η θεραπεία εξατομικεύεται και συνήθως συναποφασίζεται με το περιβάλλον του ασθενούς.

Ακράτεια στους άνδρες

Αν και τελευταία όλο και περισσότερο υποστηρίζεται η επιτακτικότητα στους άνδρες με μηχανισμό παρόμοιο των γυναικών, η ακράτεια στο ανδρικό φύλο οφείλεται κατά συντριπτική πλειοψηφία στην υπερπλήρωση της κύστης και στην απόφραξη της κένωσής της. Βέβαια και εδώ υπάρχουν περιπτώσεις που οφείλονται σε συγκεκριμένη νευρολογική πάθηση ή κάκωση ή μπορεί να είναι παροδική ή μόνιμη (σπανιότερα) επιπλοκή επέμβασης αφαίρεσης του προστάτη.

Η υπερπλήρωση συμβαίνει όταν η υπερτροφία του προστάτη ή σπανιότερα κάποιο σοβαρό στένωμα της ουρήθρας δεν επιτρέπουν την ολοκληρωμένη κένωσή της. Συνήθως, όταν συμβαίνει αυτό, η νόσος είναι προχωρημένη (δηλαδή η ακράτεια δεν αποτελεί το πρώτο σύμπτωμα των παραπάνω παθήσεων) και αποτελεί ίσως το τελευταίο «καμπανάκι» πριν προκληθούν βλάβες στους νεφρούς. Συνεπώς η θεραπεία του αιτίου κρίνεται αναγκαία και επιτακτική. Σε περίπτωση που προκλήθηκαν βλάβες μετά από επέμβαση αφαίρεσης του προστάτη, μπορεί να τοποθετηθεί τεχνητός σφιγκτήρας, ενώ στο μικρό ποσοστό που κάποιος άνδρας παρουσιάζει επιτακτική ακράτεια (γυναικείου τύπου), χορηγούνται πάλι τα κατάλληλα φάρμακα (αφού πρώτα αυτό επιβεβαιωθεί με τις κατάλληλες εξετάσεις). Τέλος στις νευρολογικές νόσους και κακώσεις, όπως και στις γυναίκες προσπαθούμε  να βελτιώσουμε την ποιότητα της ζωής του και να προφυλάξουμε από πιθανές επιπλοκές.

Συνοψίζοντας:

Η ακράτεια ούρων αποτελεί σύμπτωμα και οφείλεται σε υποκείμενη νόσο. Αποτελεί πολύ μεγαλύτερο πρόβλημα στον γενικό πληθυσμό απ’ ό,τι φαντάζεται κανείς, με συνέπειες κοινωνικές, οικονομικές και υγιεινής. Ο ουρολόγος αφού εξετάσει την/τον ασθενή και διαπιστώσει τον τύπο της ακράτειας, μπορεί να δώσει λύση στο πρόβλημα.

Γενικά και κυρίως λόγω ντροπής, οι ασθενείς αποφεύγουν να συζητήσουν το θέμα, παραλείποντας και μια πιθανή λύση σ αυτό. Υπάρχουν κάποια σημεία που πρέπει να οδηγήσουν τον ασθενή στο γιατρό καθώς κρίνονται ανησυχητικά και αυτά είναι:

1) Απώλεια ούρων χωρίς προειδοποίηση

2) Απώλεια ούρων μετά από κάποια επέμβαση (και στα δύο φύλα)

3) Απώλεια ούρων με εναλλαγές δυσκολίας στην ούρηση

4) Αδυναμία αναβολής της ούρησης και απώλεια ούρων καθ’οδόν για την τουαλέτα

5) Πρόσφατη διάγνωση αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου, σκλήρυνσης κατά πλάκας, ν. Parkinson,κ.ά. που συνοδεύεται από διαταραχές της ούρησης.

 

*Γεωργάκης Σταμάτιος, Ουρολόγος – Ανδρολόγος, συνεργάτης του doctoranytime.gr