Εκκρεμότητα χρόνων που επηρεάζει όχι μόνο την ασφαλή και αξιόπιστη εκτέλεση του ιατρικού έργου στα νοσοκομεία, αλλά και την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τους πολίτες, ανέδειξε η πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για το ωράριο απασχόλησης των γιατρών στη χώρα μας.

Αυτό τόνισε ο υπουργός Υγείας Ανδρέας Ξανθός, δηλώνοντας ισχυρή πολιτική βούληση από πλευράς κυβέρνησης να αναβαθμίσει το δημόσιο τομέα υγείας.

Ναι μεν, αλλά
Ο κ. Ξανθός στη σχετική δήλωσή του, έκανε λόγο για "μεγάλη πρόκληση της επομένης περιόδου" που είναι η επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό του Συστήματος Υγείας (ιατρικό-νοσηλευτικό-παραϊατρικό) και η αντιστροφή του ρεύματος επιστημονικής μετανάστευσης στο εξωτερικό.
Και παραθέτοντας τις δυσκολίες του εγχειρήματος, υπογράμμισε ότι την τελευταία τριετία το ιατρικό προσωπικό μειώθηκε κατά 16%, λόγω συνταξιοδοτήσεων, απομακρύνσεων 2500 γιατρών του ΕΟΠΥΥ και μείωσης των ειδικευομένων. Δεν παρέλειψε βέβαια να αναφερθεί στο στενό δημοσιονομικό πλαίσιο, που οδηγεί σε σταδιακή κάλυψη των κενών, χωρίς να προσδιορίζει χρονοδιάγραμμα.

Η ανακοίνωση
Αναλυτικά, η ανακοίνωση του υπουργείου Υγείας αναφέρει:

”Η πρόσφατη απόφαση του 9ου Τμήματος  του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (23/12/2015) για το ωράριο εργασίας των νοσοκομειακών γιατρών στην Ελλάδα , η οποία  συζητήθηκε στις 23/9/2015 μετά από προσφυγή της ΟΕΝΓΕ ( 11-4-2014), θέτει αναμφίβολα την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Υγείας και την Πολιτεία γενικότερα ενώπιον της ευθύνης για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του πολύ σοβαρού προβλήματος της τήρησης των ευρωπαϊκών οδηγιών αναφορικά με τη  μέγιστη εβδομαδιαία διάρκεια  εργασίας των γιατρών (οδηγία 2003/88/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου) . 

Η απόφαση αυτή αναδεικνύει μια εκκρεμότητα χρόνων που επηρεάζει σημαντικά όχι μόνο την ασφαλή και αξιόπιστη εκτέλεση του ιατρικού έργου στα δημόσια νοσοκομεία αλλά και την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών προς τους πολίτες. 

Με δεδομένη την ισχυρή πολιτική βούληση της κυβέρνησης και του Υπουργείου Υγείας να στηριχθεί και να αναβαθμιστεί η δημόσια περίθαλψη στη χώρα ως κρίσιμη προϋπόθεση υπέρβασης της ανθρωπιστικής και υγειονομικής κρίσης, η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ενισχύει νομικά, ηθικά και πολιτικά αυτό το πολιτικό σχέδιο.  Η μεγάλη πρόκληση της επομένης περιόδου είναι η επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό του Συστήματος Υγείας (ιατρικό-νοσηλευτικό-παραϊατρικό) και η αντιστροφή του ρεύματος επιστημονικής μετανάστευσης στο εξωτερικό, ιδιαίτερα των νέων γιατρών.  Στην κατεύθυνση αυτή, η βελτίωση των συνθηκών εργασίας των γιατρών (ειδικευόμενων και ειδικευμένων) και η αναβάθμιση της ιατρικής εκπαίδευσης στη χώρα, μπορούν να επηρεάσουν καταλυτικά αυτή την προσπάθεια. 

Είναι αλήθεια ότι υπήρχαν και συνεχίζουν να υπάρχουν αντικειμενικές δυσκολίες για την υλοποίηση των υποχρεώσεων της χώρας στο θέμα της οργάνωσης του χρόνου εργασίας στο ΕΣΥ. Το χρονικό διάστημα 2012-2015 η εκροή ανθρώπινου δυναμικού από το Δημόσιο Σύστημα ήταν πολύ μεγάλη, ιδιαίτερα του ιατρικού προσωπικού που μειώθηκε κατά 16%  εξ’ αιτίας: 

  1. της αποχώρησης συνταξιοδοτηθέντων γιατρών που δεν αντικαταστάθηκαν λόγω μνημονικών περιορισμών 
  2. της απομάκρυνσης  περίπου 2500 γιατρών του ΕΟΠΥΥ από το ΠΕΔΥ μετά το  ν.4238/2014 και
  3. της σταθερής μείωσης του αριθμού των ειδικευομένων γιατρών στη χώρα. 

Το στοίχημα λοιπόν για το Υπουργείο Υγείας είναι, με δεδομένο το σημερινό δημοσιονομικό πλαίσιο αλλά και την υποχρέωση υγειονομικής φροντίδας  των ανασφάλιστων ανθρώπων, να προχωρήσει με σταθερά βήματα στη σταδιακή κάλυψη των κενών οργανικών θέσεων  του ΕΣΥ με γιατρούς, να ανασυγκροτήσει  την ΠΦΥ ιδιαίτερα στα αστικά κέντρα αναβαθμίζοντας τις δημόσιες  δομές και να αναδιοργανώσει τη λειτουργία των νοσοκομείων (αυτόνομα ΤΕΠ) στην προοπτική της συμμόρφωσης με την ευρωπαϊκή οδηγία για το ωράριο. 

Το Υπουργείο Υγείας είναι έτοιμο να συζητήσει με τους γιατρούς του ΕΣΥ μια εύλογη μεταβατική περίοδο έμπρακτης και  βιώσιμης εφαρμογής  των ευρωπαϊκών  οδηγιών  για τον εβδομαδιαίο  χρόνο εργασίας, με βάση τη λογική της απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, αλλά και τις πραγματικές δυνατότητες της χώρας, με  σεβασμό των εργασιακών δικαιωμάτων των γιατρών, αλλά κυρίως με σεβασμό των αναγκών, των δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας των ασθενών".