Ο συνδυασμός οικονομικής κρίσης (ύφεση, ανεργία) και " μνημονιακής" πολιτικής (λιτότητα, δανεισμός και υπερχρέωση των νοικοκυριών ) επέφερε μείζονος κλίμακας δυσμενείς  μεταβολές στην υγεία του ελληνικού πληθυσμού, στους μηχανισμούς πρόσβασης των πολιτών στις υπηρεσίες υγείας και  προσθέτως στη δομή και τη λειτουργία του υγειονομικού τομέα. Το επίπεδο υγείας του πληθυσμού  "δοκιμάζεται" ακόμη  εξαιτίας της μείωσης της αυτοεκτίμησης (απο τους ίδιους τους πολίτες) της υγείας, της αύξησης των περιπτώσεων  καταθλιπτικής συνδρομής ( και ενδεχομένως της αυτοκτονικότητας) και ακόμη της αναμενόμενης (και λίαν πιθανής στη μέση και μακροπρόθεσμη προοπτική)  μεγέθυνσης της νοσηρότητας  και της θνησιμότητας κυρίως από καρδιαγγειακά νοσήματα και ορισμένες μορφές νεοπλασμάτων. Ταυτοχρόνως, η επίδραση ορισμένων συμπεριφορικών, κοινωνικοοικονομικών  και άλλων σχετικών μειζόνων παραγόντων κινδύνου για την υγεία (ανεργία, μείωση του εισοδήματος, άγχος, κάπνισμα, κακή διατροφή, κ.ά) έχει ενταθεί και επιβαρύνει προσθέτως και διαρκώς τους δείκτες υγείας ιδιαιτέρως των μη ευνοημένων ομάδων του πληθυσμού (άνεργοι, ηλικιωμένοι, φτωχοί, γυναίκες, παιδιά).

Παραλλήλως, η μείωση των υγειονομικών πόρων και ειδικότερα η απίσχναση της δημόσιας δαπάνης για την υγεία μεταφέρει σημαντικό και προφανώς δυσβάστακτο (για τη συγκυρία)  χρηματοδοτικό βάρος στα νοικοκυριά (ιδιαίτερα στη φαρμακευτική περίθαλψη), προκαλεί δυσκολίες και εγείρει εμπόδια στη πρόσβαση των πολιτών στις υπηρεσίες υγείας και παρεκκλίσεις    στη συμμόρφωση των ασθενών στα αναγκαία  και ενδεδειγμένα  πρότυπα  της διαγνωστικής  και θεραπευτικής πρακτικής. Το αναπόφευκτο  αποτέλεσμα  αυτής της κατάστασης οδηγεί  στην αδυναμία χρήσης των αναγκαίων υπηρεσιών ή στην καθυστερημένη φροντίδα υγείας με σημαντική  επιβάρυνση στη διαχείριση των νοσημάτων (ιδία των χρονίων)  αλλά και στη πρόκληση βλαπτικών επιπτώσεων  στην οικονομία του υγειονομικού τομέα αλλά και στους προϋπολογισμούς των νοικοκυριών.
Στο πλαίσιο αυτό, οι "μνημονιακές" (ψευδο)μεταρρυθμίσεις για τη δημιουργία ενός δημόσιου ασφαλιστικού μονοψωνίου (ΕΟΠΥΥ) και ενός δημόσιου ολιγοπωλίου στη πρωτοβάθμια φροντίδα (ΠΕΔΥ) έχουν καταρρεύσει με δραματικά αποτέλεσματα όπως η ανεπαρκής χρηματοδότηση, η διεύρυνση των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων στην υγεία και την πρόσβαση στις υπηρεσίες υγειας και η "εξάχνωση" των δομών της ανοικτής περίθαλψης στο δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα υγείας.


Υπό το πρίσμα αυτό και σε συνδυασμό με τα φαινόμενα (πρωτοφανούς σε έκταση και ένταση)  "απο-ασφάλισης" του πληθυσμού συγκροτούν μια εικόνα (σχεδόν) πλήρους αποδόμησης του συστήματος υγείας και "καταστροφής" βασικών τομέων του κράτους πρόνοιας. Η εξέλιξη αυτή συνιστά μια ιστορικής σημασίας αρνητική εξέλιξη, μια ευρείας έκτασης κοινωνική "παλινδρόμηση" στην ιστορία της κοινωνικής πολιτικής και ως εκ τούτου η ανάταξή αποτελεί επείγουσα πολιτική προτεραιότητα.


Ούτως εχόντων των πραγμάτων,  η συνέχιση και η επιδείνωση του υφιστάμενου  πλαισίου  της δημοσιονομικής  και χρηματοδοτικής περιοριστικής πολιτικής απο την διεθνή εποπτεία επιβάλλει τον επαναπροσανατολισμό της εθνικής υγειονομικής πολιτικής. Με εστίαση στην πρόταξη ουσιωδών διαρθρωτικών αλλαγών για τον μετασχηματισμό της "τεχνολογίας παραγωγής" του συστήματος υγείας,  με έμφαση στην πρωτοβάθμια φροντίδα υγείας και βεβαίως τη πολιτική και οικονομική δέσμευση για την  υποστήριξη της ( κατάλληλης και χαμηλού κόστους) ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης έναντι της (δαπανηρής και μη κατάλληλης) νοσοκομειοτεχνολογικής αντίστοιχης.Δι' αυτών επιχειρείται  με τα κατάλληλα "εργαλεία" παρέμβασης να διασφαλισθεί η επάρκεια ιατρικών και φαρμακευτικών αγαθών και υπηρεσιών για το σύνολο του πληθυσμού σε άκρως περιοριστικές συνθήκες (και αλυσιτελείς πολιτικές πρακτικές )  όπως αυτές οι οποίες έχουν δοκιμασθεί στα "προγράμματα εξυγίανσης" της διεθνούς εποπτείας.


Έν κατακλείδι, το πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο το οποίο διαμορφώνεται απο τις (έν πολλοίς ανεπιθύμητες και δυσχερείς) εξελίξεις της πρόσφατης περιόδου εγείρει (όχι αποκλειστικά) στον υγειονομικό τομέα το δίλημμα: επιβολή (οριζόντιας) λιτότητας ή αναζήτηση (αποδοτικής) αναδιάρθρωσης;
Στη κατεύθυνση αυτή η επανιεράρχηση των προτεραιοτήτων και συνακόλουθα  η ανακατανομή των σπάνιων (και στη συγκυρία έτι σπανιότερων) πόρων συνιστά την αναγκαία πολιτική δέσμευση για τις διαρθρωτικές αλλαγές στην υγεία με θεμέλια αυτών των αλλαγών (α) την ανεύρεση σχημάτων καθολικής κάλυψης του πληθυσμού , (β) την ανασυγκρότηση της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και (γ) την έμφαση της πολιτικής υγείας στη διαχείριση και τον έλεγχο των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων των σχετιζόμενων με την υγεία.


Η εθνική πολιτική υγείας "δοκιμάζεται" δεινώς απο επιλόλαιες και επιπολής "αγοραίες" πολιτικές λογιστικού φετιχισμού ή απο  ιδεοαναγκαστικές "καθηλώσεις"  πολιτικοϊδεολογικού και "στρατοπεδικού" χαρακτήρα. Αμφότερες (από  σκόπευση ή απο εκτροπή) οδηγούν σε μια μη παραγωγική "ταξική" πόλωση του ("διχοτομημένου") υγειονομικού συστήματος: (α) του (μικρού και πενιχρού) δημόσιου τομέα για τους φτωχούς, τους άνεργους, τους ηλικιωμένους και τους μετανάστες, και (β) του (επαρκούς) ιδιωτικού τομέα για τα μεσαία και ανώτερα (κοινωνικά και εισοδηματικά) στρώματα.
Η προσέγγιση αυτή δεν υπηρετεί τα κριτήρια της (κοινωνικής) ισότητας, της δίκαιης κατανομής των βαρών, της (ιατρικής) αποτελεσματικότητας και της (οικονομικής) αποδοτικότητας η επίτευξη των οποίων προαπαιτεί τη συγκρότηση και ανάπτυξη ενός ενιαίου, μεικτού και "μεγάλου" ( δηλαδή εθνικού) υγειονομικού τομέα εντός του οποίου οι μηχανισμοί κρατικής ρύθμισης επιβάλλουν την ισότητα και οι τεχνικές εισαγωγής τιμών (χρήματος, χρόνου, διαμεσολάβησης) διασφαλίζουν την αποδοτική κατανομή των πόρων.


Ειναι πρόδηλον ότι πρόκειται για ένα ζήτημα πολιτικής και κουλτούρας. Έν άλλοις πρόκειται για ένα θέμα με μεγάλο αξιακό φορτίο δηλαδή ένα θέμα κοινωνικής αλληλεγγύης. Ένα θέμα ηθικής.

 

*Ο κ. Γιάννης Κυριόπουλος είναι ομ. καθηγητής Οικονομικών της Υγείας της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας