Παγκόσμιο ρεκόρ μακροβιότητας βηματοδότη έχει Ελληνίδα ασθενής, όπως επιβεβαιώνεται και από δημοσίευση στην επιστημονική επιθεώρηση «Case reports in Cardiology».

Ο βηματοδότης, τον οποίο τοποθέτησε ο Έλληνας καρδιολόγος Ευάγγελος Παπαστεριάδης, στις 10 Οκτωβρίου του 1983, ρυθμίστηκε έτσι, ώστε η συσκευή να έχει «έξυπνη» κατανάλωση και η μπαταρία εξαιρετικά μεγάλη διάρκεια. Έτσι, αντί για 10 χρόνια, που είναι ο μέσος όρος διάρκειας, ο συγκεκριμένος βηματοδότης λειτουργεί ασταμάτητα εδώ και 32 χρόνια. Το προηγούμενο ρεκόρ ήταν 26 χρόνια και είχε δημοσιευθεί εδώ και 8 χρόνια.

Πριν από περίπου 32 χρόνια η ασθενής Κ.Ζ., σε ηλικία τότε 45 ετών, είχε εκδηλώσει διαταραχές στον ρυθμό της καρδιάς, ενώ το πρόβλημα αυτό οδηγούσε και σε λιποθυμίες. Η μόνη λύση που υπήρχε ήταν η τοποθέτηση βηματοδότηΠρόκειται για μια ηλεκτρονική συσκευή, που αντικαθιστά τη φυσική βηματοδότηση της καρδιάς, στέλνοντάς της ηλεκτρικούς παλμούς και επιτρέποντάς της να έχει κανονικό ρυθμό. Το σύστημα του βηματοδότη αποτελείται από τη γεννήτρια, που παράγει τα ερεθίσματα και από ηλεκτρόδια, τα οποία τα μεταβιβάζουν στην καρδιά, ενώ παράλληλα μεταφέρουν σήματα από την καρδιά στον βηματοδότη.

Με βάση τα σήματα αυτά, αν η συχνότητα των φυσικών παλμών της καρδιάς πέσει κάτω από το όριο, η γεννήτρια στέλνει ερεθίσματα, για να τη αναγκάσει να συσπαστεί, ενώ, αν η συχνότητα είναι μεγαλύτερη από τη συχνότητα των ερεθισμάτων, που εκπέμπει ο βηματοδότης, αναστέλλει την παραγωγή τους. 

Η διάρκεια ζωής της μπαταρίας εξαρτάται από την ποσότητα της ενέργειας που δίνει ώστε να παραχθούν τα ερεθίσματα για τον σωστό ρυθμό της καρδιάς, αλλά και από τον προγραμματισμό που έχει γίνει στον βηματοδότη. Καλή διάρκεια ζωής βηματοδότη θεωρούνται τα 10 χρόνια. Η κατάσταση φόρτισης της μπαταρίας ελέγχεται κατά τη διάρκεια των τακτικών εξετάσεων, ώστε να προγραμματιστεί η αντικατάστασή της, όταν η ενέργειά της πρόκειται να τελειώσει. 

Ωστόσο, σε αυτήν την περίπτωση, ο βηματοδότης που ρυθμίστηκε από τον Ευάγγελο Παπαστεριάδη στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών Ευαγγελισμός, και χάρη στον ειδικό πρωτοποριακό προγραμματισμό της συσκευής, η κατανάλωση ενέργειας για την ασφαλή καρδιακή βηματοδότηση της ασθενούς καθόλη τη διάρκεια των ετών ήταν σημαντικά μειωμένη, σε σχέση με την αυτονομία που φυσιολογικά διαθέτει η συσκευή.

«Εκείνη την εποχή είχαν κυκλοφορήσει οι πρώτοι βηματοδότες, που είχαν τη δυνατότητα να μετρούν, χωρίς εγχείρηση, πόση ενέργεια χρειάζεται η καρδιά του κάθε ασθενούς για να διεγερθεί (βηματοδοτηθεί) και να διορθωθεί ο ρυθμός της. Ανακάλυψα ότι το σύνολο των ασθενών που έλεγξα (209 τον αριθμό) χρειαζόταν περίπου μόνο 1 βολτ. Γιατί, λοιπόν, να αφήσω το μηχάνημα να χτυπάει με 5 βολτ, που ήταν η εργοστασιακή ρύθμισή του και να μην τα μειώσω, ώστε να αυξηθεί ο χρόνος ζωής της μπαταρίας; Έτσι, και για λόγους ασφάλειας, το ρύθμισα στα 2,5 βολτ. Με αυτόν τον τρόπο η μπαταρία κράτησε περισσότερα από 32 χρόνια και συνεχίζει» εξηγεί ο Ευάγγελος Παπαστεριάδης. Η ενέργεια που εξοικονομεί η μπαταρία με αυτή τη μείωση, ήταν εις το τετράγωνο και όχι διπλάσια, όπως μπορεί κάποιος να σκεφτεί απλά, καθώς ο διατήρηση της κατανάλωσής της προκύπτει από έναν τύπο της φυσικής.

Όπως έχει προκύψει, κανένας άλλος γιατρός στον κόσμο δεν πήρε το ρίσκο να μειώσει την ένταση του ρεύματος του βηματοδότη, όπως έχει φανεί και από τη δημοσίευση. «Αδύνατον προς το παρόν να ξεπεραστεί το ρεκόρ» αναφέρουν τα σχόλια στην επιστημονική επιθεώρηση.

Η παρακολούθηση της ασθενούς συνεχίστηκε για 32 χρόνια δίχως να χρειαστεί αλλαγή της μπαταρίας, «λόγω του ιδιαίτερου προγραμματισμού που έγινε από τον καρδιολόγο κ. Παπαστεριάδη» αναφέρει και το άρθρο της επιστημονικής επιθεώρησης. Την Κ.Ζ. παρακολουθεί στο Γενικό Κρατικό Νίκαιας ο καρδιολόγος Παναγιώτης Μάργος. Η αντικατάσταση του βηματοδότη μπορεί να έχει ορισμένες επιπλοκές, όπως μολύνσεις ή διάβρωση του δέρματος.