Η πιο συχνή μορφή καρκίνου του πνεύμονα είναι ο λεγόμενος μη μικροκυτταρικός, που αντιπροσωπεύει εννιά στα δέκα περιστατικά (ποσοστό 85-90%). Από αυτά, το 2-7% άγεται από την αναδιάταξη ενός «ένοχου» γονιδίου, του ALK, που προκαλεί την ανάπτυξη των καρκινικών κυττάρων. Οι ασθενείς που φέρουν αυτό το «κακό» γονίδιο συχνά είναι νεώτεροι από τον μέσο πάσχοντα με μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα, και, σε πολλές περιπτώσεις, δεν έχουν βάλει τσιγάρο στο στόμα τους.

Η αναδιάταξη του γονιδίου ALK μπορεί να αναγνωριστεί με ένα μοριακό τεστ του καρκινικού όγκου, ενώ οι ασθενείς αυτοί είναι υποψήφιοι για θεραπεία με έναν στοχευμένο αναστολέα της ALK. Ωστόσο παρά τη σημαντική πρόοδο, που έχει συντελεστεί σε επίπεδο θεραπείας, η εξέλιξη της νόσου είναι συχνά αναπόφευκτη και απαιτούνται περισσότερες θεραπευτικές επιλογές. 

Τον περασμένο Μάιο η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε το ceritinib (λαμβάνεται από του στόματος) για τη θεραπεία ενηλίκων ασθενών με προχωρημένο μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα θετικό στην κινάση αναπλαστικού λεμφώματος (ALK+), κατόπιν θεραπείας με crizotinib. Η έγκριση του ceritinib παρέχει στους ασθενείς αυτούς μία νέα θεραπευτική επιλογή, η οποία στοχεύει ειδικά τον γονότυπο του καρκίνου τους.

Η έγκριση βασίζεται σε δεδομένα από τη μελέτη ASCEND-2, καθώς και την ASCEND-1, που έδειξε ότι οι ασθενείς που έλαβαν ceritinib, κατόπιν αγωγής με χημειοθεραπεία, και ακολούθως με έναν αναστολέα της ALK, παρουσίασαν ένα ποσοστό ολικής ανταπόκρισης της τάξης του 56,4%.
 

Τα νέα δεδομένα ανακοινώθηκαν στο πλαίσιο του 51ου Ετήσιου Συνεδρίου της Αμερικανικής Εταιρείας Κλινικής Ογκολογίας (ASCO), που έγινε στο Σικάγο.
«Αυτά τα αποτελέσματα Φάσης ΙΙ είναι πολύ χρήσιμα για την διαχείριση του ALK+ μη μικροκυτταρικού καρκίνου του πνεύμονα, καθώς επιβεβαιώνουν τον ρόλο του ceritinib στους όγκους που είναι ανθεκτικοί στη χημειοθεραπεία και το crizotinib,» δήλωσε ο Δρ. Tony S. K. Mok, Καθηγητής Κλινικής Ογκολογίας στο Κινεζικό Πανεπιστήμιο του Χονγκ Κονγκ. «Επιπλέον, η συγκρίσιμη συστηματική δραστηριότητα, που παρατηρήθηκε στους ασθενείς με εγκεφαλικές μεταστάσεις, είναι ενθαρρυντική, δεδομένου ότι πρόκειται για έναν συχνό και δύσκολο στην αντιμετώπιση πληθυσμό ασθενών.»