Αυτοχρηματοδοτούμενη είναι η Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας, μέσω της ελάττωσης των δαπανών υγείας που επιφέρει, μειώνοντας τη χρήση νοσοκομειακών υπηρεσιών, επανεισαγωγών κλπ.

Τα Βασιλικά Κολέγια Γενικών Γιατρών και Επείγουσας Ιατρικής της Μ. Βρετανίας, σε κοινή θέση τους που εξέδωσαν τον περασμένο Δεκέμβριο, δήλωσαν πως «η επένδυση σε υπηρεσίες ΠΦΥ αποτελεί τον πιο αποδοτικό τρόπο για να αποφορτιστεί τόσο το σύστημα υγείας, όσο και τα ΤΕΠ».

Τις επισημάνσεις αυτές κάνει η Ελληνική Ένωση Γενικής Ιατρικής σε επιστολή της προς τον υπουργό Υγείας Ανδρέα Ξανθό, ύστερα από τη συνάντηση που είχε αντιπροσωπεία της, στο πλαίσιο της κινητοποίησης κατά της απόφασης να μετακινηθούν γενικοί γιατροί του ΠΕΔΥ στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών των νοσοκομείων.

Κατά τη συνάντηση, ο υπουργός ανέλαβε την ευθύνη της απουσίας διαβούλευσης, επικαλούμενος στενότητα χρόνου και ζήτησε τις προτάσεις της Ένωσης σχετικά με το θέμα, επισημαίνοντας ταυτόχρονα την έλλειψη πόρων σε περίοδο οικονομικής κρίσης. 

Στο πλαίσιο αυτό, ο πρόεδρος και γ.γ. της Ελληνικής Ένωσης Γενικής Ιατρικής, Αν. Μαργιόλης και Ευ. Φραγκούλης, αντίστοιχα, προτείνουν τη μεταφορά πόρων από άλλους τομείς της υγείας, σημειώνοντας πως το ποσοστό χρηματοδότησης που κατανέμεται στην ΠΦΥ της χώρας μας είναι το χαμηλότερο από όλες τις χώρες του ΟΑΣΑ, ενώ διερωτάται αν θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν πόροι από τα κεφάλαια στήριξης της ΕΕ. Επισημαίνουν ακόμη πως υπήρχε πρόταση επεξεργασμένη από τον ΠΟΥ, που θα στήριζε το ξεκίνημα της ΠΦΥ στη χώρα, ενώ υπάρχουν δήμοι που επιχειρούν να αξιοποιήσουν κοινοτική χρηματοδότηση για τα ΚΕΠ υγείας, παρότι αυτά προάγουν τον περαιτέρω κατακερματισμό της φροντίδας και όχι την ολοκλήρωση (integration) που είναι το ζητούμενο. 

Η Ένωση προτείνει στελέχωση δομών του ΠΕΔΥ αστικού τύπου με Γενικούς Ιατρούς και λειτουργία  κάποιων τουλάχιστον από τις δομές αυτές σε ωράριο 8.00-24.00, δίνοντας διέξοδο στον πολίτη για την αντιμετώπιση των αναγκών του σε πρωτοβάθμιο επίπεδο, με παράλληλη αποσυμφόρηση των νοσοκομείων. Η κίνηση αυτή θα αποδεσμεύσει ταυτόχρονα ειδικούς του ΠΕΔΥ με νοσοκομειακές ειδικότητες, ώστε να είναι δυνατή η άμεση αξιοποίηση τους εκεί όπου είναι πραγματικά αναγκαίοι, δηλαδή στα νοσοκομεία, «γιατί δεν υπάρχουν πλέον περιθώρια να μένουν αναξιοποίητα δομές και προσωπικό».

Συμπερασματικά, η Ένωση Γενικής Ιατρικής υπογράμμισε ότι «Οι δεξιότητες και ο χρόνος των Γενικών Γιατρών αξιοποιούνται αποδοτικότερα στην κοινότητα, σε αστικά κέντρα και επαρχία, όπως προστάζει η ίδια η φύση της ειδικότητας. Αντιθέτως δεν αξιοποιούνται το ίδιο αποδοτικά, ουσιαστικά αναλώνονται, στα ΤΕΠ». Και πρόσθεσε ότι στην Ελλάδα έχουμε έλλειψη Γενικών Γιατρών, που δεν επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών ΠΦΥ του συνόλου του πληθυσμού. Σύμφωνα με τη Πανευρωπαϊκή μελέτη FICOSER, η Ελλάδα χρειάζεται 7000 ειδικευμένους ιατρούς στην Γενική/Οικογενειακή Ιατρική για να καλύψει τις ανάγκες της.

Η επιστολή της Ένωσης αναφέρει τα εξής:
"Μετά τη συνάντηση μαζί σας, στα πλαίσια της πανελλαδικής συγκέντρωσης διαμαρτυρίας μας στο Υπουργείο Υγείας και στην οποία αναλάβατε ευθαρσώς την ευθύνη της απουσίας διαβούλευσης με τους φορείς μας, πριν την τελική έκδοση της εγκυκλίου σας για τις μετακινήσεις γενικών γιατρών στα

ΤΕΠ και την οποία αποδώσατε στην στενότητα χρόνου, σας αποστέλλουμε, όπως δεσμευτήκαμε τις προτάσεις μας για τους όρους και τις προϋποθέσεις με τις οποίες  θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή από εμάς η εφαρμογή της εγκυκλίου σας.

Πριν την παράθεση τους είναι σκόπιμο να εκφράσουμε για άλλη μια φορά την αντίθεση μας στην εγκύκλιο και να επαναφέρουμε την τεκμηριωμένη και αδιαπραγμάτευτη θέση των επίσημων φορέων της Γενικής Ιατρικής στην Ελλάδα, της Ένωσης και της ΕΛΕΓΕΙΑ, που αποτελεί προϊόν, τόσο της μακρόχρονης εμπειρίας τους στο πεδίο της ΠΦΥ της χώρας μας, όσο και της συνεχούς ζύμωσης τους με τις ευρωπαϊκές και  παγκόσμιες τάσεις στο πεδίο αυτό στα πλαίσια της εκπροσώπησης  τους σε όλα τα διεθνή όργανα της Γενικής Ιατρικής. «Οι δεξιότητες και ο χρόνος των Γενικών Γιατρών αξιοποιούνται αποδοτικότερα στην κοινότητα, σε αστικά κέντρα και επαρχία, όπως προστάζει η ίδια η φύση της ειδικότητας. Αντιθέτως δεν αξιοποιούνται το ίδιο αποδοτικά, ουσιαστικά αναλώνονται, στα ΤΕΠ». Το γεγονός αυτό έχει βαρύνουσα σημασία, αν αναλογιστούμε πως στην Ελλάδα έχουμε έλλειψη Γενικών Γιατρών, που δεν επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών ΠΦΥ του συνόλου του πληθυσμού. Σύμφωνα με τη Πανευρωπαϊκή μελέτη FICOSER η Ελλάδα χρειάζεται 7000 ειδικευμένους ιατρούς στην Γενική/Οικογενειακή Ιατρική για να καλύψει τις ανάγκες της.

Κύριε Υπουργέ διακρίνατε εύστοχα τον νοσοκομειοκεντρικό χαρακτήρα των πολιτικών υγείας μέχρι τώρα. Δυστυχώς και η απόφαση σας να μετακινήσετε Γενικούς Γιατρούς στα ΤΕΠ των Νοσοκομείων από τις μονάδες ΠΦΥ, μόνο ως άλλη μια πολιτική που ενισχύει περαιτέρω το νοσοκομειοκεντρικό χαρακτήρα του συστήματος υγείας μπορεί να ληφθεί. Μήπως είναι ώρα για αλλαγή υποδείγματος και πραγματική ενίσχυση της ΠΦΥ με εγκαθίδρυση του θεσμού του οικογενειακού γιατρού για όλους τους πολίτες;

Διερωτάστε πως θα το πετύχετε αυτό στην περίοδο οικονομικής κρίσης; Μήπως πρέπει επιτέλους να μεταφερθούν πόροι προς την ΠΦΥ από τους άλλους τομείς; Το ποσοστό της πίτας που κατανέμεται στην ΠΦΥ στη χώρας μας είναι το χαμηλότερο από όλες τις  χώρες του ΟΑΣΑ. Μήπως αξιοποιώντας πόρους από κεφάλαια στήριξης της ΕΕ; Γνωρίζουμε πως υπήρχε πρόταση επεξεργασμένη από τον ΠΟΥ, που θα στήριζε το ξεκίνημα της ΠΦΥ στη χώρα.

Ακόμα και οι δήμοι επιχειρούν να αξιοποιήσουν χρηματοδότηση κοινοτική για τη στήριξη των αμφίβολης αξίας ΚΕΠ υγείας που προάγουν τον περαιτέρω κατακερματισμό της φροντίδας και όχι την ολοκλήρωση (integration) που είναι το ζητούμενο. Τέλος πρέπει να γίνει αντιληπτό πως η ενίσχυση της ΠΦΥ ουσιαστικά είναι αυτοχρηματοδοτούμενη, μέσω της ελάττωσης των δαπανών υγείας που θα επιφέρει. 

Η εφαρμογή της θα οδηγήσει σε περιορισμό του φαινομένου της αντίστροφης υποκατάστασης, χρήση πολύ δαπανηρότερων νοσοκομειακών υπηρεσιών έναντι κατάλληλων υπηρεσιών ΠΦΥ, περιορισμό του αριθμού των νοσηλειών- ρεκόρ σε σχέση με τον πληθυσμό της χώρας, του φαινομένου των επανεισαγωγών κλπ.  Σε κοινή τους θέση τα Royal College of General Practitioners και Royal College of Emergency Medicine της Βρετανίας το Δεκέμβριο του 2015, δηλώνουν πως «η επένδυση σε υπηρεσίες ΠΦΥ αποτελούν τον περισσότερο αποδοτικό τρόπο για να αποφορτιστεί τόσο το σύστημα υγείας, όσο και τα ΤΕΠ».

Στο πνεύμα αυτό εντάσσεται και η πρότασή μας, την οποία επαναλαμβάνουμε, για στελέχωση δομών του ΠΕΔΥ αστικού τύπου με Γενικούς Ιατρούς και λειτουργία  κάποιων τουλάχιστον από τις δομές αυτές σε ωράριο 8.00-24.00, δίνοντας διέξοδο στον πολίτη για την αντιμετώπιση των αναγκών του σε πρωτοβάθμιο επίπεδο, με παράλληλη αποσυμφόρηση των νοσοκομείων. Η κίνηση αυτή θα αποδεσμεύσει ταυτόχρονα ειδικούς του ΠΕΔΥ με νοσοκομειακές ειδικότητες, ώστε να είναι δυνατή η άμεση αξιοποίηση τους-κάτι που όπως άλλωστε δηλώσατε είναι στις προθέσεις σας-  εκεί όπου είναι πραγματικά αναγκαίοι, δηλαδή στα νοσοκομεία. Γιατί όπως παραδεχθήκατε «δεν υπάρχουν πλέον περιθώρια να μένουν αναξιοποίητα δομές και προσωπικό».

Ζητούμε επομένως και θεωρούμε απαραίτητη προϋπόθεση, προτού γίνει οποιαδήποτε άλλη συζήτηση, την καταγραφή και την πλήρη αξιοποίηση όλου του διαθέσιμου δυναμικού των νοσοκομείων και ΠΕΔΥ, όπως άλλωστε επιβάλλει και η κρισιμότητα των καταστάσεων. Την εφημέρευση όλων των ειδικών του νοσοκομείου στο όριο του πλαφόν τους, τη οργάνωση εφημεριών τομέα, με αξιοποίηση όλων των ειδικοτήτων που εργάζονται στο νοσοκομείο και άμεση μετακίνηση των ιατρών νοσοκομειακών ειδικοτήτων του ΠΕΔΥ στα νοσοκομεία. Τα ανωτέρω αυτονόητα μέτρα τα θεωρούμε επιβεβλημένα. Σε αντίθετη περίπτωση επιτρέψτε μας να διατηρούμε σοβαρές υποψίες για συντεχνιακή λογική και άδικη μεταχείρισή μας προς εξυπηρέτηση συμφερόντων ορισμένων κατηγοριών ιατρών. Δεν είναι δυνατόν να ζητείτε από εμάς, που ο φυσικός μας χώρος είναι η κοινότητα, να δείξουμε «κατανόηση» εργαζόμενοι σε νοσοκομεία, τη στιγμή που άλλες πιο κατάλληλες γι’ αυτό ομάδες ιατρών μένουν στο απυρόβλητο.

Λαμβάνοντας υπόψη, σαν γιατροί και σαν άνθρωποι, την έκκληση σας να στηρίξουμε το σύστημα υγείας που καταρρέει και αναφορικά με τη χρήση Γενικών Ιατρών στα ΤΕΠ, θα μπορούσαμε να συναινέσουμε σε αυτή, μόνο αν γίνει σύμφωνα με καλές πρακτικές που εφαρμόζονται με επιτυχία στο εξωτερικό, αλλά και στην Ελλάδα από ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες που διαθέτουν δικές τους νοσηλευτικές δομές  και που θέτουν ως πρώτη προτεραιότητα την ασφάλεια του ασθενούς. Ο πρακτικές αυτές δεν έχουν καμία σχέση με τις ως τώρα αυθαίρετες μετακινήσεις Γενικών Ιατρών σε νοσοκομεία και χρήσης τους ως βοηθών ιατρών για τους ιατρούς νοσοκομειακών ειδικοτήτων.

Πιο συγκεκριμένα απαιτείται να πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις: 
•    Α) Διασφαλίζεται πως οι Γενικοί Ιατροί εργάζονται σε έναν αυστηρά ανεξάρτητο χώρο  δίπλα ή μπροστά στα ΤΕΠ, που φέρει την ειδική σήμανση "ιατρείο Γενικής Ιατρικής" ή εναλλακτικά "ιατρείο πρωτοβάθμιων περιστατικών". Το ιατρείο αυτό λειτουργεί ως φίλτρο για την δευτεροβάθμια φροντίδα και ως τομέας διασύνδεσης με την ΠΦΥ.

•    Β) Η στελέχωση των ιατρείων Γενικής Ιατρικής των ΤΕΠ από Γενικούς Γιατρούς οφείλει να γίνεται μόνο σε εθελοντική βάση και μετά από πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος. Διαδικασία "εντέλλεσθε" δεν πρόκειται να γίνει αποδεκτή.  

•    Γ) Ο Γενικός Ιατρός κάνει διαλογή των περιστατικών (αν και αυτή δυνατόν να γίνεται και από κατάλληλα εκπαιδευμένο νοσηλευτή με τήρηση πρωτοκόλλων)  και αντιμετωπίζει (triage, see and treat) τα πρωτοβάθμια περιστατικά (primary care cases), που θα μπορούσε με ασφάλεια να αντιμετωπίσει και στην κοινότητα. Έχει στη διάθεση του εργαστηριακές και απεικονιστικές εξετάσεις.  Παραπέμπει, όσα περιστατικά χρειάζονται κατά την κρίση του παραπομπή, στην καταλληλότερη ανά περίπτωση ομάδα ειδικών ιατρών των ΤΕΠΑπό τη στιγμή της παραπομπής η ευθύνη του ασθενούς μεταφέρεται στην αντίστοιχη ομάδα. Επίσης δεν αναλαμβάνει την ευθύνη της διακομιδής του ασθενούς σε άλλα νοσοκομεία.

•    Δ) Η παρουσία των ιατρών νοσοκομειακών ειδικοτήτων μέσα στο ΤΕΠ θεωρείται δεδομένη. Ο Γενικός Ιατρός σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστά ιατρό καμίας άλλης ειδικότητας. Τα  ονόματα των ιατρών που εφημερεύουν, Γενικών Ιατρών και ιατρών νοσοκομειακών ειδικοτήτων, αναρτώνται σε ξεχωριστές λίστες, στις οποίες πρόσβαση έχουν όλοι όσοι  βρίσκονται στο χώρο των επειγόντων. Είναι αυτονόητο πως οι γιατροί που εφημερεύουν, δεν απουσιάζουν από το νοσοκομείο και από το ΤΕΠ, διαφορετικά διώκονται ποινικά.
 
•    Ε) Το ιατρείο Γενικής Ιατρικής των ΤΕΠ λειτουργεί 8.00-24.00, δηλαδή στις ώρες αιχμής, που η προσέλευση ασθενών είναι τέτοια, που δικαιολογεί την παρουσία Γενικών Ιατρών. Οι Γενικοί Ιατροί εργάζονται σε 8 ώρες βάρδιες  (μακρύτερη βάρδια στη θέση αυτή είναι επικίνδυνη). 

•    ΣΤ) Διασφαλίζεται η ασφαλής λειτουργία- εφημέρευση των δομών ΠΦΥ.

Η ισχύς της εγκυκλίου οφείλει να είναι εξ αρχής πεπερασμένη (πχ  6 μήνη ή ετήσια), καθώς έρχεται ως δεκανίκι στο σύστημα υγείας στην κρίσιμη περίοδο που διανύουμε και η αναγκαιότητα της θα πρέπει να επανεξεταστεί μετά από εύλογο διάστημα. Ευχή μας είναι το Υπουργείο να προχωρήσει σύντομα σε υιοθέτηση περισσότερο ορθόδοξων πρακτικών, όπως αυτές που συστήνουμε διαχρονικά: δημιουργία αυτοτελών τμημάτων ΤΕΠ και παρουσία Γενικών Ιατρών σε αυτά σε οργανικές θέσεις και εφόσον έχουν τα απαιτούμενα προσόντα (επάρκεια στην Επείγουσα Προνοσκομειακή Ιατρική, ΕΚΑΒ). Θα είναι γιατροί που θα έχουν και θα αναπτύξουν στην πορεία περαιτέρω τις δεξιότητες τους στην άρτια αντιμετώπιση των επειγόντων περιστατικών, με τα οφέλη που αυτό συνεπάγεται για την ασφάλεια των ασθενών. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η πρόταση μας για δημιουργία θέσεων Υπόχρεων Υπηρεσίας Υπαίθρου στα ΤΕΠ που θα τις καταλάβουν Γενικοί Ιατροί που το επιθυμούν.

Η  Ένωση Γενικής Ιατρικής θα επιμείνει στις θέσεις της, θεωρώντας πως αυτές προστατεύουν την ειδικότητα της Γενικής Ιατρικής, προωθούν την ανάπτυξη της ΠΦΥ στη χώρα μας και ταυτόχρονα θέτουν τις βάσεις για την ανάπτυξη οργανωμένων, αυτοτελών ΤΕΠ σε όλα τα νοσοκομεία της χώρας, αλλά και της ίδιας της ειδικότητας της Επείγουσας Ιατρικής στην Ελλάδα.  

Η αγαστή συνεργασία του Υπουργείου με το φορέα μας, που θα σηματοδοτηθεί από την υιοθέτηση των προτάσεων μας στην εφαρμογή της εγκυκλίου, θα αποσοβήσει αντιδράσεις, που ήδη διαφαίνονται στον ορίζοντα, με πιο ανησυχητική την απειλή καταφυγής Γενικών Ιατρών σε μαζικές παραιτήσεις.

Αντιθέτως θα οδηγήσει σε βελτιστοποίηση της παροχής υπηρεσιών υγείας στους πολίτες με τη συνδρομή και των Γενικών Ιατρών. 

Στην απευκταία περίπτωση, που οι προτάσεις μας αγνοηθούν, δηλώνουμε την πρόθεση μας να στηρίξουμε με κάθε μέσο τα μέλη μας σε κάθε νόμιμη κινητοποίηση.

Τις προτάσεις μας γνωρίζουν και συνυπογράφουν η συντριπτική πλειοψηφία των κατά τόπους πρωτοβάθμιων συλλόγων Γενικών Ιατρών".