Νέα έρευνα δείχνει ότι μόλις το 6% των ηλικιωμένων μένει αλώβητο από άποψη όρασης, ακοής, γεύσης, όσφρησης ή αφής. Το 94% έχει απώλειες τουλάχιστον σε μία αίσθηση, το 38% σε δύο και το 28% σε τρεις έως πέντε.

Μερικά προβλήματα είναι ήπια, όμως άλλα είναι σοβαρά. Δύο ηλικιωμένοι στους τρεις (64%) εμφανίζουν σημαντική απώλεια σε τουλάχιστον μία αίσθηση, ενώ το 22% σε δύο ή περισσότερες. Όσο πιο γέρος είναι κανείς, τόσο πιθανότερο είναι οι αισθήσεις του να υπολειτουργούν. Υπάρχουν όμως διαφορές ανάμεσα στα δύο φύλα στην τρίτη ηλικία. Οι άνδρες υστερούν στην ακοή, στην όσφρηση και στη γεύση, αλλά υπερτερούν στην όραση (για την αφή δεν φαίνεται ιδιαίτερη διαφορά).

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον αναπληρωτή καθηγητή χειρουργικής Τζαγιάντ Πίντο του Πανεπιστημίου του Σικάγο, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό της Αμερικανικής Εταιρείας Γηριατρικής Journal of the American Geriatrics Society, μελέτησαν με τα κατάλληλα τεστ ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα 3.000 ατόμων ηλικίας 57 έως 85 ετών. Η συχνότερη ζημιά λόγω ηλικίας γίνεται στην αίσθηση της γεύσης, κάτι που αφορά τρεις στους τέσσερις ηλικιωμένους (74%). Οι μισοί (48%) έχουν σημαντικά περιορισμένη γεύση και το ένα τέταρτο (26%) μέτρια γεύση. Αρκετά συχνή είναι και η μείωση της αίσθησης της αφής, καθώς μόνο το 38% των ηλικιωμένων δηλώνουν ότι διατηρούν φυσιολογική αφή (το 32% έχουν κακή αφή και το 38% μέτρια).

«Η αισθηρηριακή βλάβη είναι κοινή και συχνά αποτελεί προάγγελο σοβαρών προβλημάτων υγείας, όπως έκπτωσης των γνωστικών λειτουργιών, πτώσεων, εγκαυμάτων λόγω ελλιπούς αφής, τροφικής δηλητηρίασης λόγω ελλιπούς γεύσης και όσφρησης κ.ά.» δήλωσε ο Πίντο.

Προηγούμενες μελέτες από τον Πίντο και άλλους επιστήμονες έχουν συσχετίσει τη βλάβη σε συγκεκριμένες αισθήσεις όπως η όσφρηση, με αυξημένο κίνδυνο πρόωρου θανάτου. Μάλιστα έχουν προτείνει ότι ένα οσφρητικό τεστ είναι καλύτερος προγνωστικός δείκτης για πρόωρο θάνατο από ό,τι η διάγνωση καρδιοπάθειας ή καρκίνου. Κάτι ανάλογο έχει υποστηριχθεί και για την ακοή. Το ζήτημα της δυσλειτουργίας των αισθήσεων σε προχωρημένη ηλικία δεν έχει μελετηθεί επαρκώς σε βιολογικό και ιατρικό επίπεδο, παρόλο που σε αυτά τα προβλήματα οφείλεται σε σημαντικό βαθμό η μειωμένη ποιότητα ζωής των ηλικιωμένων.