Περίπου 4000 μολύνσεις από ιογενή ηπατίτιδα C ανιχνεύονται κάθε χρόνο στη χώρα μας με κύριο τρόπο μετάδοσης τη χρήση ενέσιμων ναρκωτικών. Στόχος του υπουργείου Υγείας είναι  η εξάλειψη της ιογενούς ηπατίτιδας στην Ελλάδα. Όμως πριν το σχεδιασμό και την άσκηση πολιτικής θα πρέπει να προηγείται η γνώση.

Τα παραπάνω τόνισε ο Γενικός Γραμματέας Δημόσιος Υγείας Ιωάννης Μπασκόζος κατά τη συμμετοχή του στην 1η Σύνοδο Κορυφής για την εξάλειψη της ιογενούς ηπατίτιδας (HCV) που πραγματοποιήθηκε στις 17 Φεβρουαρίου 2016 στις Βρυξέλλες και οργανώθηκε από την Ένωση Δημόσιων Πολιτικών για την Ηπατίτιδα Β και C (Hepatitis B and C Public Policy Association).
 
Ο κ. Μπασκόζος αναφέρθηκε σε πρόσφατα επιδημιολογικά δεδομένα, λέγοντας πως «σε εθνικό επίπεδο από το 2015 για τον επιπολασμό του HCV, ο οποίος εκτιμάται σε 1,2%, έτσι, ο πραγματικός αριθμός των ανθρώπων που ζουν με χρόνια HCV λοίμωξη κυμαίνεται από 134.000 έως 160.000. Απλά να σημειωθεί ότι η Ελλάδα έχει πληθυσμό πάνω από 11 εκατομμύρια. Συνεπώς, το φορτίο της νόσου είναι σημαντικό».

Ο γ.γ. Δημόσιας Υγείας υπενθύμισε ότι το Εθνικό Σχέδιο Δράσης που θα αναπτυχθεί το επόμενο διάστημα είναι στο πλαίσιο της παγκόσμιας στρατηγικής που εφαρμόζει ο Π.Ο.Υ. για την ιογενή ηπατίτιδα 2016-2021. Στόχοι του θα είναι η θεραπεία για όλους τους ανθρώπους που ζουν με ηπατίτιδα C, η πρόληψη των νέων περιπτώσεων και η ενίσχυση των υπηρεσιών υγείας στην κατεύθυνση της μείωσης της βλάβης. Ενώ θα υπάρξει συνεργασία με τον Π.Ο.Υ. την Ε.Ε. και λοιπούς εμπλεκόμενους εταίρους για την αντιμετώπιση και την πρόληψη του HCV και HIV.

Ολοκληρώνοντας την ομιλία του αναφέρθηκε στην ανάγκη διασφάλισης της πρόσβασης των ατόμων που ζουν με ηπατίτιδα C στη γενιά των φαρμάκων που παρέχουν τη δυνατότητα πλήρους θεραπείας με παράλληλη αντιμετώπιση του υπέρογκου κόστος των φαρμάκων αυτών. Τόνισε ότι: «Η Ελλάδα, όπως και κάθε άλλο κράτος-μέλος της Ε.Ε., πρέπει να διαπραγματευτεί μια χαμηλότερη τιμή για αυτά τα φάρμακα, και να εξασφαλίσει ότι η παροχή των κατάλληλων υπηρεσιών γίνεται με τρόπο που έχει θετικό αντίκτυπο στη δημόσια υγεία».