Ακολουθούμε τη μεσογειακή διατροφή καταναλώνοντας φρούτα και λαχανικά καθημερινά, ενώ κόκκινο κρέας το πολύ δυο φορές την εβδομάδα, μειώσαμε το κάπνισμα κατά 14,4%, όμως λίγο λιγότερο από τους μισούς είμαστε παχύσαρκοι ή υπέρβαροι και ένας στους τέσσερις δεν έχει κάποιον για να στηριχθεί στη δύσκολη στιγμή, ποσοστό αυξημένο κατά 20% σε σχέση με μια πενταετία πίσω.

Τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από την έρευνα υγείας της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής με στοιχεία του 2014, σχετικά με την υγεία του πληθυσµού και συγκεκριµένα για τους παράγοντες που επηρεάζουν την υγεία (διατροφή, κάπνισµα, άσκηση κλπ.). Η δειγµατοληπτική Έρευνα Υγείας, διενεργείται κάθε πέντε έτη, συγκεντρώνονται αναλυτικές πληροφορίες για την υγεία του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω, ανάλογα µε τα δηµογραφικά χαρακτηριστικά (φύλο και ηλικία), την εκπαίδευση και την ασχολία. Ειδικότερα, διερευνώνται θέµατα που αφορούν στην κατάσταση υγείας, την χρήση υπηρεσιών υγείας, τους παράγοντες που επηρεάζουν –θετικά ή αρνητικά– την κατάσταση της υγείας, όπως είναι η φυσική άσκηση, η κατανάλωση φρούτων και λαχανικών, το κάπνισµα, η κατανάλωση αλκοόλ, καθώς και η λήψη και παροχή κοινωνικής στήριξης και βοήθειας. 

Η έρευνα πραγµατοποιήθηκε για πρώτη φορά στη Χώρα µας το 2009 και είναι πλήρως εναρµονισµένη µε αυτές των υπόλοιπων κρατών µελών της ΕΕ που διενεργούν την έρευνα. To 2014, η έρευνα διενεργήθηκε σε τελικό δείγµα 8.223 ιδιωτικών νοικοκυριών και σε ισάριθµα µέλη αυτών, σε ολόκληρη την Ελλάδα. Σε κάθε νοικοκυριό του δείγµατος ερευνήθηκε ένα τυχαία επιλεγµένο άτοµο ηλικίας 15 ετών και άνω. Η επόµενη έρευνα υγείας θα διενεργηθεί το έτος 2019. 

ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΔΙΑΠΛΑΣΗ 
Ο Δείκτης Μάζας Σώµατος (ΔΜΣ) θεωρείται ως ο πιο ενδεδειγµένος τρόπος για τη µέτρηση της παχυσαρκίας του πληθυσµού. Είναι ένα ευρέως διαδεδοµένο διαγνωστικό εργαλείο των πιθανών προβληµάτων υγείας ενός ατόµου σε σχέση µε το βάρος του και υπολογίζεται διαιρώντας το βάρος (σε κιλά) µε το τετράγωνο του ύψους (σε µέτρα). 
Στο σύνολο του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω που δήλωσε και το ύψος και το βάρος του: 

  • 2,2% είναι ελλιποβαρείς (∆ΜΣ < 18,5), 
  • 41,5% είναι φυσιολογικού βάρους (∆ΜΣ: 18,5 – 24,9), 
  • 39,4% είναι υπέρβαροι (∆ΜΣ: 25 – 29,9), 
  • 6,9% είναι παχύσαρκοι (∆ΜΣ ≥ 30).

Σε σχέση µε τα αποτελέσµατα της έρευνας έτους 2009, καταγράφεται σταθερότητα στα ποσοστά του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω που είναι φυσιολογικού βάρους (-2,1%), υπέρβαροι (+2,3%) και παχύσαρκοι (-2,3%) ενώ παρατηρείται αύξηση 22,2% στο ποσοστό των ελλιποβαρών. ∆ιαφοροποιήσεις παρατηρούνται ανάλογα µε την ηλικία και το φύλο. 
Το µεγαλύτερο ποσοστό υπέρβαρων ανδρών και γυναικών αφορά στην ηλικιακή οµάδα 75 ετών και άνω (55,6% για τους άνδρες και 45,4% για τις γυναίκες).
Το µεγαλύτερο ποσοστό πληθυσµού µε φυσιολογικό βάρος καταγράφεται, για άνδρες και γυναίκες, στην ηλικιακή οµάδα 15-24 ετών (63,4% και 77,5%, αντίστοιχα).
 3 στους 10 (33,4%) άνδρες, καθώς και 1 στις 10 (10,1%) γυναίκες στην ηλικιακή οµάδα 15-24 ετών είναι υπέρβαροι ή παχύσαρκοι.

ΣΩΜΑΤΙΚΗ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗ 
Με την έρευνα καταγράφονται πληροφορίες αναφορικά µε τη σωµατική δραστηριότητα και άσκηση. Ως σωµατική δραστηριότητα θεωρούνται οι πάσης φύσεως δραστηριότητες ενός ανθρώπου, στο σπίτι, στην εργασία του, κατά τη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου του, στις ώρες αναψυχής, στα σπορ ή ακόµα και κατά τη µετακίνησή του. Με κριτήριο την κύρια εργασία ή την καθηµερινή ασχολία (για όσους δεν εργάζονται), από την έρευνα προκύπτει ότι :
• 3 στους 10 (28,1%) ηλικίας 15 ετών και άνω, κυρίως κάθονται ή στέκονται και γενικά έχουν ασχολίες που απαιτούν ελαφρά σωµατική προσπάθεια. Ως παραδείγµατα εργασιών στις οποίες κάποιος κυρίως κάθεται αναφέρονται οι εργασίες γραφείου, το διάβασµα, η µελέτη, το γράψιµο, η εργασία σε τηλεφωνικό κέντρο, το ράψιµο, η σχεδίαση, η χρήση Η/Υ, η οδήγηση αυτοκινήτου.
Ως παραδείγµατα εργασιών στις οποίες κάποιος είναι κυρίως όρθιος και οι οποίες δεν απαιτούν ιδιαίτερη σωµατική προσπάθεια αναφέρονται η διδασκαλία, οι πωλήσεις προϊόντων, η ρύθµιση οδικής κυκλοφορίας, οι εργασίες κοµµωτηρίων και κουρείων κ.ά. 
• 5 στους 10 (51,7%) κυρίως περπατούν ή κάνουν εργασίες που απαιτούν µέτρια σωµατική προσπάθεια. Ως εργασίες / ασχολίες στις οποίες κάποιος κυρίως περπατάει αναφέρονται: η παράδοση επιστολών ή µικρών δεµάτων, οι µεταφορές ελαφριών φορτίων, το πότισµα κήπου ή γρασιδιού κλπ., ενώ ως εργασίες / ασχολίες που απαιτούν µέτρια σωµατική προσπάθεια: οι ηλεκτρολογικές εργασίες, οι υδραυλικές εργασίες, η επισκευή αυτοκινήτων, οι µηχανολογικές εργασίες, το βάψιµο κατοικίας, η φροντίδα άλλων ατόµων, οι οικιακές εργασίες όπως καθάρισµα, σκούπισµα, ψώνια, παιγνίδια και η απασχόληση µε τα παιδιά κλπ. 
• 1 στους 10 (11,5%) κάνει βαριές εργασίες που απαιτούν έντονη σωµατική προσπάθεια. Ως έντονη σωµατική δραστηριότητα ορίζεται η δραστηριότητα που απαιτεί σκληρή σωµατική προσπάθεια και η οποία, συνήθως, προκαλεί γρήγορη αναπνοή και σηµαντική αύξηση στους καρδιακούς παλµούς. Ως παραδείγµατα εργασιών / ασχολιών που απαιτούν έντονη σωµατική προσπάθεια αναφέρονται: οι κατασκευαστικές εργασίες, η µεταφορά βαριών φορτίων, η χρήση βαριών ηλεκτρικών εργαλείων, οι εργασίες ορυχείων, οι φορτοεκφορτώσεις, το κόψιµο ξύλων, το σκάψιµο ή φτυάρισµα, το ξεχέρσωµα, το φύτεµα κλπ. 
• Τέλος, περίπου 1 στους 10 (8,7%) ανήκει στην κατηγορία όσων δεν έχουν καµία ασχολία είτε γιατί είναι µεγάλης ηλικίας είτε γιατί αντιµετωπίζουν προβλήµατα υγείας, είναι ανάπηροι κλπ. Το περπάτηµα έχει συσχετιστεί µε ευεργετικά αποτελέσµατα στην υγεία, συνιστάται δε για πολλές παθήσεις, όπως ο διαβήτης, η υψηλή αρτηριακή πίεση, οι καρδιακές παθήσεις, το εγκεφαλικό και η παχυσαρκία. 

Με την έρευνα καταγράφονται πληροφορίες για τον τρόπο µετακίνησης του ερευνωµένου, καθηµερινά, προς και από την εργασία, το σχολείο, την αγορά/ σούπερ µάρκετ κλπ. Συγκεκριµένα, καταγράφεται ο αριθµός των ηµερών στη διάρκεια µιας συνηθισµένης εβδοµάδας (από ∆ευτέρα έως Κυριακή) που ο ερευνώµενος περπατάει, για τουλάχιστον 10 λεπτά συνεχόµενα, χωρίς διακοπή, για να µετακινηθεί. Το περπάτηµα κατά τη διάρκεια της κύριας εργασίας/ ασχολίας δε συνυπολογίζεται όπως, επίσης, και το περπάτηµα για ευχαρίστηση ή αναψυχή ή κατόπιν σύστασης από γιατρό ή άλλο επαγγελµατία υγείας (δραστηριότητα η οποία καταγράφεται ξεχωριστά). 
• 2 στους 10 (19,0%) ηλικίας 15 ετών και άνω δεν περπατούν για να µετακινηθούν (για τουλάχιστον 10 λεπτά συνεχόµενα). 
• Περισσότεροι από 4 στους 10 (42,5%) περπατούν καθηµερινά, τουλάχιστον, 10 λεπτά συνεχόµενα για να µετακινηθούν. 

Αναφορικά µε το χρόνο που κάποιος περπατάει για να µετακινηθεί, διαφοροποίηση καταγράφεται ανάλογα µε τον αριθµό των ηµερών κατά τις οποίες περπατάει στη διάρκεια µίας συνηθισµένης εβδοµάδας: 
• Από όσους περπατούν για µετακίνηση µία µόνο ηµέρα την εβδοµάδα, 9 στους 10 (88,2%) περπατούν ηµερησίως, συνολικά, από 10 µέχρι 29 λεπτά και 1 στους 10 (11,8%) περισσότερο από 30 λεπτά. 
• Από όσους περπατούν για µετακίνηση καθηµερινά, περισσότεροι από 4 στους 10 (44,0%) περπατούν ηµερησίως, συνολικά, από 10 µέχρι 29 λεπτά, 4 στους 10 (35,2%) από 30 µέχρι 59 λεπτά και 2 στους 10 (20,8%) περισσότερο από 1 ώρα. 
Η συσχέτιση µε την ηλικία του πληθυσµού που περπατάει για να µετακινηθεί και του αριθµού των ηµερών ανά εβδοµάδα δε δείχνει να υπάρχουν µεγάλες διαφοροποιήσεις. 
Για όλες τις οµάδες ηλικιών οι περισσότεροι περπατούν επτά φορές την εβδοµάδα. 
Από όσους είναι ηλικίας 74 ετών και άνω, οι 5 στους 10 (46,1%) περπατούν 7 ηµέρες την εβδοµάδα, ενώ η αναλογία για τους νέους ηλικίας 15-24 ετών γίνεται 6 στους 10 (61,1%). 

Απόλυτη συσχέτιση µε τα αποτελέσµατα της έρευνας 2009 δεν είναι εφικτή γιατί η πληροφορία που συλλέχθηκε µε αυτή αφορούσε γενικά το περπάτηµα και όχι µόνο το περπάτηµα για µετακίνηση. Tο ποσοστό του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω που περπατούσε καθηµερινά για µετακίνηση, αναψυχή, άσκηση, στην εργασία ή στο σπίτι, ανερχόταν σε 44,4%, και το ποσοστό του πληθυσµού που δεν περπατούσε καθόλου σε 20,2%. Με την έρευνα, επίσης, καταγράφονται πληροφορίες για τη µετακίνηση µε ποδήλατο, συγκεκριµένα δε για τη χρήση του ποδηλάτου προκειµένου κάποιος να µετακινηθεί από ένα µέρος σε άλλο και όχι για αναψυχή ή άσκηση ή κατόπιν σύστασης από γιατρό ή άλλο επαγγελµατία υγείας.
•    1 στους 10 (9,2%) ηλικίας 15 ετών και άνω χρησιµοποιεί ποδήλατο για να µετακινηθεί. 
Αναφορικά µε τον χρόνο που χρησιµοποιεί κάποιος ποδήλατο για να µετακινηθεί, διαφοροποίηση καταγράφεται ανάλογα µε τον αριθµό των ηµερών κατά τις οποίες χρησιµοποιεί το ποδήλατο κατά τη διάρκεια µίας συνηθισµένης εβδοµάδας. 
• Από όσους µετακινούνται µε ποδήλατο µία µόνο ηµέρα την εβδοµάδα, 6 στους 10 (63,2%) χρησιµοποιούν ποδήλατο ηµερησίως, συνολικά, από 10 µέχρι 29 λεπτά, 3 στους 10 (28,3%) από 30 µέχρι 59 λεπτά και 1 στους 10 (8,6%) περισσότερο από 1ώρα, ενώ 
• Από όσους µετακινούνται µε ποδήλατο καθηµερινά, 3 στους 10 (28,4%) χρησιµοποιούν ποδήλατο ηµερησίως, συνολικά, από 10 µέχρι 29 λεπτά, 5 στους 10 (50,3%) από 30 µέχρι 59 λεπτά και 2 στους 10 (21,2%) περισσότερο από 1ώρα. 

Από την έρευνα προκύπτουν, επίσης, πληροφορίες σχετικά µε τον πληθυσµό που κάνει αθλητισµό, γυµναστική ή άσκηση για ψυχαγωγία, για, τουλάχιστον, 10 συνεχόµενα λεπτά, και που έχει ως αποτέλεσµα τουλάχιστον να λαχανιάσει, να προκληθεί, δηλαδή, µικρή αύξηση στην αναπνοή και τους καρδιακούς παλµούς. Ως άσκηση για ψυχαγωγία θεωρούνται οι δραστηριότητες/ασκήσεις που γίνονται στον ελεύθερο χρόνο µε σκοπό την αναζωογόνηση και οι οποίες προκαλούν, τουλάχιστον, µικρή αύξηση στην αναπνοή και τους καρδιακούς παλµούς. Ως παραδείγµατα αναφέρονται το ζωηρό περπάτηµα, το τζόκινγκ, ο χορός, η ποδηλασία, η κολύµβηση κ.ά. 
• Περισσότεροι από 2 στους 10 (23,0%) ηλικίας 15 ετών και άνω κάνουν αθλητισµό, γυµναστική ή άσκηση για ψυχαγωγία από 1 έως 7 ηµέρες την εβδοµάδα.
• Περισσότεροι από 8 στους 10 (82,6%) υπέρβαρους και παχύσαρκους δεν κάνουν καθόλου αθλητισµό, γυµναστική ή άσκηση για ψυχαγωγία.

ΥΓΙΕΙΝΗ ∆ΙΑΤΡΟΦΗ ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ 
ΦΡΟΥΤΩΝ-ΛΑΧΑΝΙΚΩΝ-ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΚΡΕΑΤΟΣ

Πληροφορίες για την κατανάλωση φρούτων, λαχανικών, σαλατών και κόκκινου κρέατος συλλέγονται από την έρευνα. Η υγιεινή διατροφή αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες πρόληψης αρκετών χρόνιων παθήσεων. Ειδική περίπτωση της υγιεινής διατροφής και παράγοντα πρόληψης παθήσεων αποτελεί και ο θηλασµός, στοιχεία για τον οποίο επίσης συλλέγονται µε την έρευνα

Αναφορικά µε την κατανάλωση φρούτων ή φυσικών χυµών φρούτων διευκρινίζεται ότι µε την έρευνα καταγράφηκε η συχνότητα κατανάλωσης φρούτων (φρέσκων, κονσερβοποιηµένων, αποξηραµένων ή και κατεψυγµένων) ή φρέσκων φυσικών χυµών φρούτων, στη διάρκεια µίας τυπικής εβδοµάδας, οπουδήποτε (στο σπίτι, στο εστιατόριο, στο καφέ κλπ.).

Τα φρούτα µπορεί να είναι κοµµένα σε µικρά κοµµάτια (όπως π.χ. στις κονσέρβες) ή πολτοποιηµένα, ενώ περιλαµβάνονται µόνον χυµοί στυµµένοι από φρέσκα φρούτα και εξαιρούνται οι συµπυκνωµένοι χυµοί, οι χυµοί που προέρχονται από επεξεργασµένα φρούτα ή οι χυµοί που τους έχουν προστεθεί γλυκαντικές ουσίες.
• Ποσοστό 54,6% του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω καταναλώνει καθηµερινά φρούτα ή φυσικούς χυµούς φρούτων, ενώ ποσοστό 1,2% δεν καταναλώνει καθόλου. Σε σχέση µε τα αποτελέσµατα της έρευνας έτους 2009, καταγράφεται µείωση 53,8% του πληθυσµού που δεν καταναλώνει ποτέ φρούτα ή φυσικούς χυµούς φρούτων (2014:1,2%, 2009:2,6%), καθώς και µείωση 10,0% του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω που καταναλώνει καθηµερινά (2014: 54,6%, 2009:60,7%). Οι αντίστοιχες µειώσεις στην καθηµερινή κατανάλωση φρούτων ή φυσικών χυµών φρούτων, ανάµεσα στα έτη 2009 και 2014, κατά φύλο, είναι 14,6% στους άνδρες και 6,1% στις γυναίκες. Μικρές διαφοροποιήσεις παρατηρούνται στην κατανάλωση φρούτων ως προς το φύλο. 
• 6 στις 10 (58,5%) γυναίκες ηλικίας 15 ετών και άνω και
• 5 στους 10 (50,3%) άνδρες ηλικίας 15 ετών και άνω καταναλώνουν καθηµερινά φρούτα ή φυσικούς χυµούς φρούτων.

Όσον αφορά στις µερίδες φρούτων ή φυσικών χυµών φρούτων που καταναλώνονται καθηµερινά: 
• Περισσότεροι από 4 στους 10 (44,1%) ηλικίας 15 ετών και άνω καταναλώνουν µία µερίδα ηµερησίως και 
• 4 στους 10 (37,1%) καταναλώνουν δύο µερίδες ηµερησίως.

Μία µερίδα φρούτων είναι, κατά προσέγγιση, η ποσότητα φρούτων που χωράει στην παλάµη (ένα µήλο, µία µπανάνα, ένα πορτοκάλι, τρία βερίκοκα, επτά φράουλες, µία φέτα πεπόνι, µία όχι πολύ µεγάλη φέτα καρπούζι κλπ.) ή ένα ποτήρι φρεσκοστυµµένου χυµού φρούτων χωρίς γλυκαντική ουσία. 
Αναφορικά µε την κατανάλωση λαχανικών, σαλατών ή χυµών φρέσκων λαχανικών διευκρινίζεται ότι καταγράφεται η συχνότητα κατανάλωσης λαχανικών ή σαλατών, φρέσκων, κατεψυγµένων, αποξηραµένων ή κονσερβοποιηµένων. Περιλαµβάνονται τα όσπρια και οι σούπες λαχανικών ενώ οι πατάτες, ως υδατάνθρακες, ανήκουν στην τροφική οµάδα του ψωµιού και των δηµητριακών και γι’ αυτό δε συµπεριλαµβάνονται στα λαχανικά. 
• Ποσοστό 62% του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω καταναλώνει καθηµερινά λαχανικά, σαλάτες ή χυµούς φρέσκων λαχανικών, ενώ ποσοστό 0,7% δεν καταναλώνει καθόλου. Μικρές οι διαφοροποιήσεις που παρατηρούνται και στην κατανάλωση των λαχανικών ως προς το φύλο. 
• 7 στις 10 (66,9%) γυναίκες ηλικίας 15 ετών και άνω και 
• 6 στους 10 (56,6%) άνδρες ηλικίας 15 ετών και άνω, καταναλώνουν καθηµερινά λαχανικά, σαλάτες ή χυµούς φρέσκων λαχανικών.

Σε σχέση µε τα αποτελέσµατα της έρευνας έτους 2009, καταγράφεται µείωση κατά 2,8% στην καθηµερινή κατανάλωση λαχανικών ή σαλατών ή χυµών φρέσκων λαχανικών. Όσον αφορά στις µερίδες λαχανικών, σαλατών ή χυµών φρέσκων λαχανικών που καταναλώνονται καθηµερινά: 
• Περισσότεροι από 6 στους 10 (64,2%) ηλικίας 15 ετών και άνω καταναλώνουν µία µερίδα ηµερησίως και 
• 3 στους 10 (30,6%) καταναλώνουν δύο µερίδες ηµερησίως. 

Καταναλώνουν καθηµερινά λαχανικά: 
• 8 στους 10 ηλικιωµένους 75 ετών και άνω και 
• 5 στους 10 νέους ηλικίας 15-24 ετών. 

Με την έρευνα καταγράφεται, για πρώτη φορά, η συχνότητα κατανάλωσης κόκκινου κρέατος. Κόκκινο κρέας θεωρούνται το χοιρινό, το µοσχάρι, το αρνί και το κατσίκι, ενώ αντίθετα το κοτόπουλο, η γαλοπούλα, το κουνέλι κ.ά. κατατάσσονται στο «άσπρο κρέας». Περιλαµβάνεται η κατανάλωση κόκκινου κρέατος σε µορφή κιµά (ακόµα και ανάµεικτου).
• 8 στους 10 (78,1%) ηλικίας 15 ετών και άνω καταναλώνουν κόκκινο κρέας το πολύ δύο φορές την εβδοµάδα.
Θηλασµός
Για πρώτη φορά, συµπεριλήφθηκε στην έρευνα ερώτηµα αναφορικά µε το θηλασµό. Το ερώτηµα συµπληρώθηκε από τις µητέρες που ερευνήθηκαν και είχαν κατά την ηµέρα διενέργειας της έρευνας παιδί ηλικίας κάτω των δύο ετών. 
• Περισσότερες από 8 στις 10 (84,1%) µητέρες µε ανήλικο κάτω των δύο ετών, δήλωσε ότι θήλασε το/τα παιδί/παιδιά της. 
• Από αυτές, 7 στις 10 (67,1%) θήλασαν αποκλειστικά µε µητρικό γάλα και 3 στις 10 (32,9%) µε µεικτό τρόπο (µητρικό γάλα και υποκατάστατο µητρικού).
Η διάρκεια του θηλασµού για όσες µητέρες θήλασαν αποκλειστικά µε µητρικό γάλα παρουσιάζεται στο γράφηµα παραπλεύρως: 
• Περισσότερες από 3 στις 10 (33,8%) θήλασαν περισσότερους από 6 και λιγότερους από 12 µήνες και 
• Περίπου 2 στις 10 (14,6%) θήλασαν περισσότερο από 12 µήνες.

ΚΑΠΝΙΣΜΑ
Το κάπνισµα είναι επιβαρυντικός παράγοντας για την υγεία και έχει ενοχοποιηθεί για διάφορες ασθένειες. Για τον λόγο αυτό, έχουν αναπτυχθεί πολιτικές περιορισµού της κατανάλωσης καπνού και συγχρόνως έχουν τεθεί κανόνες απαγόρευσης του καπνίσµατος σε δηµόσιους χώρους και χώρους εργασίας, προκειµένου να µειωθούν και οι παθητικοί καπνιστές. Με την έρευνα συλλέγονται πληροφορίες αναφορικά µε τις καπνιστικές συνήθειες του πληθυσµού και την έκθεση στον καπνό τσιγάρου στην κατοικία, στην εργασία, αλλά και σε δηµόσιους χώρους. 

Καταγράφονται οι συστηµατικοί καπνιστές και διερευνάται κατά πόσον εφαρµόζονται τα υφιστάµενα µέτρα απαγόρευσης του καπνίσµατος στην εργασία και άλλους δηµόσιους χώρους. 
• 3 στους 10 (27,3%) ηλικίας 15 ετών και άνω καπνίζουν καθηµερινά και 
• 1 στους 20 (5,2%) καπνίζει περιστασιακά. 
• 7 στους 10 (67,5%) δεν καπνίζουν. Από αυτούς το 51,7% δεν έχει καπνίσει ποτέ ενώ το 15,8% κάπνιζε στο παρελθόν και το έχει διακόψει για περισσότερους από 6 µήνες. 
Σε σχέση µε τα αποτελέσµατα της έρευνας έτους 2009, µείωση 14,4% καταγράφεται στο ποσοστό των καθηµερινών καπνιστών (2009: 31,9%, 2014: 27,3%) και σχεδόν ισόποση αύξηση (13,3%) στο ποσοστό όσων καπνίζουν περιστασιακά (2009: 6,0%, 2014: 5,2%). 
∆ιαφοροποιήσεις παρατηρούνται ως προς το φύλο στα ποσοστά του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω που καπνίζουν. Καπνίζουν, καθηµερινά ή περιστασιακά: 
• 4 στους 10 (39,0%) άνδρες ηλικίας 15 ετών και άνω και 
• περίπου 3 στις 10 (26,5%) γυναίκες ηλικίας 15 ετών και άνω.
Το προϊόν καπνού που κυρίως καταναλώνεται από το 98,4% του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω που καπνίζει καθηµερινά, είναι τα τσιγάρα (από πακέτα ή στριφτά). Η ηµερήσια κατανάλωση τσιγάρων για όσους καπνίζουν καθηµερινά απεικονίζεται στο γράφηµα παραπλεύρως. 29,5% καπνίζει 1-10 τσιγάρα, το 48,6% 11-20 τσιγάρα, το 19,45% καπνίζει 21-40 τσιγάρα και 2,5% πάνω από 40 τσιγάρα την ημέρα.
• 4 στους 10 (42,5%) ξεκίνη- σαν το κάπνισµα σε ηλι- κία 15-18 ετών και 
• 4 στους 10 (39,0%) σε ηλι- κία 19-25 ετών.
• 7 στους 10 ηλικίας 15 ετών και άνω, όταν επισκέφθηκαν καφέ/µπαρ ή εστιατόριο/ταβέρνα κλειστού χώρου, αντιλήφθηκαν να καπνίζουν άλλοι γύρω τους.
Αν, µάλιστα δε συνυπολογιστούν όσοι δεν επισκέφτηκαν αυτά τα µέρη το τελευταίο εξάµηνο, η αναλογία γίνεται περισσότεροι από 8 στους 10 (85,9%) για τα καφέ/µπαρ και 8 στους 10 (83,1%) για εστιατόρια/ταβέρνες. 

ΚΑΤΑΝΑΛΩΣΗ ΑΛΚΟΟΛ 
Με την έρευνα καταγράφονται πληροφορίες για την κατανάλωση αλκοολούχων ποτών, οποιουδήποτε είδους (µπύρας, κρασιού, ουίσκι, λικέρ, ούζου, τσίπουρου, ρακί κ.ά.). 
• Ποσοστό 6,9% του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω καταναλώνει καθηµερινά ή σχεδόν καθηµερινά αλκοολούχα ποτά. Καταγράφεται, σε σχέση µε το 2009 (9,7%), µείωση 28,9% (Πίνακας 7). 
• 3 στους 10 (32,3%), ηλικίας 15 ετών και άνω δεν καταναλώνουν καθόλου αλκοόλ, είτε δεν έχουν καταναλώσει ποτέ στη ζωή τους είτε δεν καταναλώνουν πλέον. 
Το αντίστοιχο ποσοστό έτους 2009 ήταν 32,0%.
Παρατηρείται διαφοροποίηση ως προς το φύλο, στον πληθυσµό που καταναλώνει αλκοολούχα ποτά καθηµερινά. 
Συγκεκριµένα, καθηµερινή κατανάλωση κάνει το 11,8% των ανδρών ηλικίας 15 ετών και άνω και το 2,5% των γυναικών. Από τον πληθυσµό ηλικίας 15 ετών και άνω που κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 µηνών κατανάλωνε αλκοολούχα ποτά 1 έως 2 ηµέρες την εβδοµάδα (13,6%): 
• Ποσοστό 60,1% δεν καταναλώνουν καθόλου αλκοόλ από ∆ευτέρα έως Πέµπτη και καταναλώνουν 1 έως 2 ηµέρες από Παρασκευή έως και Κυριακή. 
• Ποσοστό 35,7% καταναλώνουν αλκοόλ µία µόνο ηµέρα από ∆ευτέρα έως και Πέµπτη και 1 ηµέρα από Παρασκευή έως και Κυριακή. 
Όσον αφορά στον αριθµό των ποτών που καταναλώνεται ηµερησίως : 
• 7 στους 10 (67,0%) από όσους καταναλώνουν αλκοόλ από ∆ευτέρα έως και Πέµπτη (τη µία έως και τις τέσσερις ηµέρες) και δηλώνουν µε σαφήνεια τον αριθµό των ποτών ανά ηµέρα, καταναλώνουν 1 ποτό την ηµέρα. 
• 5 στους 10 (53,0%) όσων καταναλώνουν αλκοόλ από Παρασκευή έως και Κυριακή (τη µία έως και τις τρεις ηµέρες) και δηλώνουν µε σαφήνεια τον αριθµό των ποτών ανά ηµέρα καταναλώνουν 1 ποτό την ηµέρα.
∆ιαφοροποιήσεις καταγράφονται στον αριθµό των αλκοολούχων ποτών που καταναλώνονται µέσα σε µία µέρα όταν αυτά καταναλώνονται καθηµερινές (∆ευτέρα έως και Πέµπτη) ή κατά το τριήµερο Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή. 2 έως 3 ποτά καταναλώνει για µεν τις καθηµερινές το 26,8% του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω που δήλωσε ότι καταναλώνει αυτές τις ηµέρες αλκοόλ, και για το τριήµερο Παρασκευή, Σάββατο, Κυριακή το 39,5%. 
Αναφορικά µε την κατανάλωση 6 ή περισσότερων αλκοολούχων ποτών σε µία περίσταση (π.χ. σε βραδινή έξοδο, σε πάρτι, σε γεύµα, µόνο στο σπίτι κλπ.) 
• 3 στους 10 (33,7%) ηλικίας 15 ετών και άνω που κατανάλωσαν αλκοόλ κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 µηνών πριν τη διενέργεια της έρευνας, κατανάλωσαν 6 ή περισσότερα αλκοολούχα ποτά σε µία περίσταση .
• 4 στους 10 (37,2%) ηλικίας 15 ετών και άνω που κατανάλωσαν αλκοόλ κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 µηνών πριν τη διενέργεια της έρευνας, δεν κατανάλωσαν ποτέ 6 ή περισσότερα αλκοολούχα ποτά σε µία περίσταση, ενώ 
• 3 στους 10 (29,2%) ηλικίας 15 ετών και άνω που κατανάλωσαν αλκοόλ κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 µηνών πριν τη διενέργεια της έρευνας, δήλωσαν ότι δεν έχουν ποτέ στη ζωή τους (και όχι µόνο τους τελευταίους 12 µήνες) καταναλώσει 6 ή περισσότερα αλκοολούχα ποτά σε µία περίσταση. 

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΣΤΗΡΙΞΗ ΚΑΙ ΒΟΗΘΕΙΑ 
Η έρευνα περιλαµβάνει ερωτήµατα τα οποία άπτονται του ευαίσθητου θέµατος των κοινωνικών σχέσεων και της κοινωνικής στήριξης και αλληλεγγύης.
 Συγκεκριµένα, καταγράφει τη λήψη στήριξης και βοήθειας από άλλα άτοµα, καθώς και την παροχή στήριξης και φροντίδας σε άλλα άτοµα µε προβλήµατα υγείας. 
• 1 στους 20 (4,8%) ηλικίας 15 ετών και άνω δηλώνει ότι δεν έχει κανέναν να απευθυνθεί, σε περίπτωση που αντιµετωπίσει σοβαρά προσωπικά προβλήµατα και να ζητήσει βοήθεια οικονοµική ή άλλη ή έστω απλά συµβουλή. 
• Περισσότεροι από 5 στους 10 (55,0%) έχουν 1 ή 2 άτοµα να απευθυνθούν και 
• Περισσότεροι από 3 στους 10 (34,3%) έχουν 3 ή 5 άτοµα να απευθυνθούν. 
Σε σχέση µε το 2009, καταγράφεται αύξηση 20% (2009: 4,0%, 2014: 4,8%) στο ποσοστό του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω που δεν έχει κανέναν να βασιστεί, και ταυτόχρονα αύξηση 16,3% (2009: 47,3%, 2014: 55,0%) σε όσους έχουν 1 ή 2 άτοµα να απευθυνθούν / βασιστούν. 
• 8 στους 10 (78,0%) ηλικίας 15 ετών και άνω θεωρούν ότι οι άνθρωποι που συναναστρέφονται δείχνουν πολύ ή αρκετό ενδιαφέρον για τις καθηµερινές τους δραστηριότητες. 
• 3 στους 10 (29,7%) ηλικίας 15 ετών και άνω θεωρούν ότι είναι δύσκολο έως και πολύ δύσκολο να λάβουν βοήθεια (συµβουλή, φροντίδα, παροχή σε είδος, οικονοµική βοήθεια ή άλλη) σε προσωπικό επίπεδο από γείτονες, εάν χρειαστεί.

Αναφορικά µε την παροχή στήριξης και φροντίδας σε άλλα άτοµα που αντιµετωπίζουν προβλήµατα υγείας : 
• 2 στους 10 (21,0%) ηλικίας 15 ετών και άνω παρέχουν φροντίδα ή στήριξη, τουλάχιστον µία φορά την εβδοµάδα, σε ένα ή και περισσότερα άτοµα που αντιµετωπίζουν κάποια προβλήµατα λόγω ηλικίας, χρόνιας πάθησης ή αναπηρίας 
• Περισσότεροι από 7 στους 10 (75,0%) από όσους παρέχουν φροντίδα ή στήριξη την παρέχουν σε µέλος/µέλη της οικογένειάς τους που ζουν στο νοικοκυριό τους ή σε άλλο νοικοκυριό και 
• Περίπου 3 στους 10 (25,0%) από όσους παρέχουν φροντίδα ή στήριξη την παρέχουν σε άτοµα που δεν είναι µέλη της οικογένειάς τους/συγγενείς.