Περίπου 17.500 γιατρούς θα πρέπει να απασχολήσουν οι νέες δομές πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας  που προωθούνται από  το υπουργείο Υγείας με στόχο τη λειτουργία του ιατρείου της γειονιάς, όπως προβλέπει ο κυβερνητικός σχεδιασμός, τελευταία.

Στο συμπέρασμα αυτό καταλήγει ο Σύλλογος Επιστημονικού Υγείονομικού Προσωπικού ΕΟΠΥΥ Βορείου Ελλάδας, αναλύοντας την πρόταση Μπέννου για την Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας.

Σύμφωνα με την πρόταση αυτή, προβλέπεται η λειτουργία μιας μονάδας υγείας γειτονιάς ανά 5.000 κατοίκους, ανεβάζοντας έτσι τις μονάδες σε 2206, εάν ληφθεί υπόψιν η τελευταία απογραφή του πληθυσμού, σύμφωνα με την οποία έχουμε φτάσει ως πληθυσμός τα 11.033.000 άτομα.

Σε αυτές θα πρέπει να υπηρετούν δύο παθολόγοι ή γενικοί γιατροί, (δηλαδή 4.412 γιατροί), ενώ ανά δύο μονάδες προβλέπεται και ένας παιδίατρος, δηλαδή στη χώρα 1.103 παιδίατροι. Έτσι, το συνολικό ιατρικό προσωπικό φτάνει τους 5.515 γιατρούς στις μονάδες υγείας γειτονιάς.

Αντίστοιχα, για Παραϊατρικό προσωπικό προβλέπονται ανά μία μονάδα υγείας γειτονιάς, δύο νοσηλευτές (συνολικά χρειάζονται 4.412 νοσηλευτές) και μια γραμματέας, ανεβάζοντας έτσι το σύνολο του παραϊατρικού προσωπικού, στα 6.618 άτομα.

Στη συνέχεια προβλέπεται η συγκρότηση Μονάδων Αναφοράς, οι οποίες θα λειτουργούν ανά 5 μονάδες υγείας γειτονιάς και οι οποίες θα καλύπτουν 25.000 κατοίκους.

Στα 11 εκ. πληθυσμού, αντιστοιχούν 441 μονάδες αναφοράς, στις οποίες θα υπηρετούν 4 γιατροί γενικοί ή παθολόγοι, δηλαδή 1.764 γιατροί.

Προβλέπονται επίσης άλλοι 7 ειδικοί γιατροί σε δύο βάρδιες, δηλαδή άλλο 6.174 γιατροί ειδικοτήτων και επιπλέον 2 ακτινολόγοι (συνολικά 882), δύο βιοπαθολόγοι (αλλοι 882, τέσσερις οδοντίατροι, συνολικά 1.764 και ένας γιατρός εργασίας (συνολικά 441 για τις ισάριθμες μονάδες αναφοράς.

Συνολικά το ιατρικό προσωπικό των μονάδων αναφοράς θα φτάνει τους 11.907 γιατρούς.

Αθροίζοντας λοιπόν το προβλεπόμενο προσωπικό της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας, διαπιστώνουμε ότι χρειάζεται να στελεχωθεί με 17.422 γιατρούς γενικούς, παθολόγους και των λοιπών ειδικοτήτων, αλλά και λοιπό παραϊατρικό προσωπικό.

Με δεδομένους τους υπολογισμούς αυτούς, ο Σύλλογος Γιατρών ΕΟΠΥΥ Β. Ελλάδος, διερωτάται γιατί δεν υπάρχει οικονομοτεχνική μελέτη, αντίθετα πραγματοποιήθηκε εκ των υστέρων μια συνοπτική μελέτη που κι αυτή χρειάζεται ανάλυση. Και παράλληλα, θέτει τα παρακάτω ερωτήματα:

  1. Είναι πραγματοποιήσιμο το σχέδιο αυτό στην παρούσα συγκυρία;
  2. το νούμερο του προσωπικού που απαιτείται θα προσληφθεί, πότε και πώς;
  3. η υλικοτεχνική υποδομή που απαιτείται πώς θα αγοραστεί;
  4. Πόσος χρόνος απαιτείται για την υλοποίησή του;
  5. Πόσο θα κοστίσει η κτιριακή υποδομή, ιδίως από τη στιγμή που από τις π. μονάδες ΙΚΑ έχουν μείνει ελάχιστες;
  6. Στο ενδιάμεσο στάδιο τι θα υπάρχει μετά την αποδόμηση των μονάδων υγείας π. ΙΚΑ - ΕΟΠΥΥ;
  7. Κατ΄ αρχήν θα χρησιμοποιηθεί ολόκληρος ο ιδιωτικός τομέας και μετά τι θα γίνει;

Παρούσα κατάσταση
Στην παρούσα κατάσταση, επισημαίνει η διοίκηση του ΣΕΥΠ - ΕΟΠΥΥ Βορείου Ελλάδας "οι δημόσιες δομές είναι υπό διάλυση, τα εργαστήρια είναι υποβαθμισμένα, το προσωπικό δεν είναι κατανεμημένο ανάλογα με τις ανάγκες, οι μονάδες υγείας είναι υποστελεχωμένες και λείπουν βασικές ειδικότητες.

Την ίδια στιγμή, γιατροί πλήρους απασχόλησης αλλά με μισθό ΠΕ, επί 18μήνες καλούνται να καλύπτουν τα κενά της περίθαλψης.
Και την ίδια στιγμή, οι ασφαλισμένοι κινούνται σε ένα σύστημα που έχει "απασφαλίσει" με αποτέλεσμα το 53% αυτών να οδηγούνται στην αυτοθεραπεία".

Ο ΣΕΥΠ - ΕΟΠΥΥ Β. Ελλάδος καταλήγει, σημειώνοντας πως πρώτα απ΄ όλα θα έπρεπε να προβλέψουμε τη σωστή διαχείριση της υπάρχουσας κατάστασης και στη συνέχεια, να ξεκινήσει ένας διάλογος, ώστε να σχεδιαστεί το μέλλον της ΠΦΥ λαμβάνοντας υπόψιν τα αποτυχημένα συστήματα πρωτοβάθμιας περίθαλψης άλλων χωρών και χωρίς αποκλεισμούς και ιδεοληψίες να προχωρήσουμε στην κατάρτιση ενός νέου σχεδίου για την εξωνοσοκομειακή φροντίδα υγείας.