Ολοένα και μεγαλύτερες είναι οι πιέσεις που δέχεται το σύστημα υγείας από την οικονομική κρίση, στην προσπάθεια να καλυφθούν οι ανάγκες του πληθυσμού. Το πρόβλημα εντείνεται ακόμη περισσότερο, από το γεγονός ότι οι ανασφάλιστοι αυξάνονται μέρα με την ημέρα, ενώ το σύστημα δέχεται πιέσεις και από τις συνεχώς αυξανόμενες μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές.

Ταυτόχρονα όμως, η χώρα βρίσκεται σε ρυθμούς μνημονιακών παρεμβάσεων, περιστολής και ελέγχου δαπανών, με αποτέλεσμα το σύστημα υγείας να κινείται με πιεστικά πλαφόν στις παροχές, ιδίως σε ότι αφορά τα φάρμακα, για τα οποία ο προϋπολογισμός προβλέπει φαρμακευτική δαπάνη ύψους 1,945 δισ. ευρώ.

Εντούτοις, το ποσό αυτό είναι εξαιρετικά χαμηλό, με αποτέλεσμα η υπέρβαση που σημειώθηκε το 2015 να εκτιμάται περί τα 300 εκ. ευρώ,  ενώ σύμφωνα με παλαιότερες εκτιμήσεις όλων των εμπλεκομένων φορέων, το ποσό που θα κάλυπτε τις πραγματικές ανάγκες του πληθυσμού είχε υπολογιστεί ότι έφτανε τα 2,4 δισ. ευρώ ετησίως.

Με το δεδομένο αυτό εξάλλου, είχε συμφωνηθεί ότι στο ποσό των 2 δισ. ευρώ περίπου, δεν περιλαμβάνονται εμβόλια, οροί και παράγωγα αίματος.

Με την πρόσφατη ψήφιση του "παράλληλου προγράμματος", με το οποίο η κυβέρνηση επιχειρεί την καθολική κάλυψη του πληθυσμού από το σύστημα υγείας, προβλέπεται πρόσθετη δαπάνη 100 εκ. ευρώ, για την οποία δεν έχει υπάρξει προσδιορισμός από πού θα καλυφθούν τα ποσά αυτά.

Επιπλέον, μέσα στις ευάλωτες ομάδες πληθυσμού, εντάσσονται και οι μετανάστες, οι οποίοι εισρέουν στη χώρα με τρομακτικούς ρυθμούς αυξάνοντας αισθητά το κόστος στο σύστημα υγείας και δεν είναι ακόμα γνωστό πώς θα καλυφθούν οι ανάγκες τους.

Ήδη στο ν.4270/2014, που προβλεπόταν η κάλυψη των ανασφαλίστων, η μέγιστη δαπάνη είχε εκτιμηθεί στα 340 εκ. ευρώ αν ο αριθμός των ανασφάλιστων παρέμενε σταθερός. Δυο χρόνια αργότερα όμως, ο αριθμός των ανασφαλίστων έχει πολλαπλασιαστεί, όπως επίσης και ο αριθμός των προσφύγων που αναζητούν περίθαλψη.

Ενόψει πιέσεων για αύξηση της φαρμακευτικής δαπάνης, από την αυξανόμενη ζήτηση υπηρεσιών υγείας, παράγοντες της φαρμακευτικής βιομηχανίας, τόσο από πλευράς Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδας, όσο και από πλευράς Πανελλήνιας Ένωσης Φαρμακοβιομηχανίας, συζητούν για την κάλυψη των αναγκών αυτών. Τονίζουν μάλιστα, ότι ενδεχόμενη υπέρβαση της φαρμακευτικής δαπάνης από το γεγονός αυτό, δεν μπορεί να οδηγήσει σε υπέρογκο clawback, γιατί έτσι, παραπέμπεται η κοινωνική πολιτική στα χέρια της φαρμακοβιομηχανίας, αντί του κράτους και των προνοιακών του δομών.

Οι ίδιες πηγές, αναγνωρίζουν βέβαια ότι σήμερα, η ανάγκη για ύπαρξη κράτους πρόνοιας είναι απαραίτητη όσο ποτέ, όμως τονίζουν παράλληλα, ότι οι επιχειρήσεις μόνο αρωγοί μπορούν να είναι στην κατεύθυνση αυτή. Και το πράττουν ήδη με τα προγράμματα Εταιρικής Κοινωνικής Ευθύνης, τη στήριξη των κοινωνικών ιατρείων της Αρχιεπισκοπής κλπ, όμως σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να υποκαταστήσουν το κράτος το ίδιο.

Με τα δεδομένα αυτά, οι εκπρόσωποι της φαρμακευτικής βιομηχανίας (ΣΦΕΕ και ΠΕΦ), θέτουν θέμα αναζήτησης νέων πηγών χρηματοδότησης των προγραμμάτων κάλυψης του ανασφάλιστου πληθυσμού και ζητούν συνάντηση με τον υπουργό Υγείας Ανδρέα Ξανθό, για τη διευκρίνιση των θεμάτων που έχουν ανακύψει.