Επιβάρυνση του ΕΟΠΥΥ, αλλά και αθέμιτο ανταγωνισμό μεταξύ των ιδιωτικών μονάδων υγείας, εισάγει η αύξηση του ΦΠΑ στις ιδιωτικές κλινικές από 13% σε 23%, επισημαίνει η Πανελλήνια Ένωση Ιδιωτικών Κλινικών (ΠΕΙΚ) με επιστολή της στις πολιτικές ηγεσίες των υπουργείων Οικονομικών και Υγείας, επιβεβαιώνοντας σχετικό δημοσίευμα του Healthmag.gr.

Ο πρόεδρος της ΠΕΙΚ κ. Γρηγόρης Σαραφιανός με επιστολή του στους υπουργούς Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλωτο, Αν. Υπουργό Οικονομικών για θέματα εσόδων Τρύφωνα Αλεξιάδη, Αν. Υπουργό Οικονομικών για θέματα Γ.Λ.Κ. Δημήτρη Μάρδα και Υγείας Παναγιώτη Κουρουμπλή, επισήμανε ότι: "Ένα βασικό πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι Ιδιωτικές Κλινικές είναι ότι καλούνται κάθε μήνα να καταβάλλουν τον τιμολογημένο ΦΠΑ προς τον ΕΟΠΥΥ, τον οποίο είτε εισπράττουν με μεγάλη καθυστέρηση είτε κατά περίπου 50% υπόκειται σε μεταγενέστερες περικοπές Rebate and Claw Back χωρίς να ζητείται, παρανόμως, η έκδοση των σχετικών Πιστωτικών, εμπεριέχοντας στον συμψηφισμό τον αναλογούντα ΦΠΑ.

Το πρόβλημα αυτό διογκώθηκε με την μετάταξη του ΦΠΑ μόνο των Ιδιωτικών Κλινικών από 13% σε 23%, υπολογίζοντας ότι θα επιβαρύνει τον προϋπολογισμό του ΕΟΠΥΥ κατά 35 εκατ.ευρώ, σε προϋπολογισμό δαπανών 188,50 εκατ. ευρώ, με υπολογιζόμενες υποβολές τιμολογίων περίπου 380 εκατ. ευρώ". 

Αθέμιτος ανταγωνισμός

Ο κ. Σαραφιανός τόνισε ότι "Μάλιστα η επιβάρυνση των ιατρικών υπηρεσιών με ΦΠΑ αφορά μόνο τις Ιδιωτικές Κλινικές όταν οι υπηρεσίες των Διαγνωστικών Κέντρων, αλλά και των Μονάδων Ημερήσιας Νοσηλείας, που πραγματοποιούν ίδιες με εμάς επεμβάσεις, απαλλάσσονται του ΦΠΑ, δημιουργώντας ανισότητα αλλά και αθέμιτο ανταγωνισμό με τις Μονάδες Ημερήσιας Νοσηλείας".

Πρόταση

Επειδή η κατάσταση αυτή δημιουργεί προβλήματα και προστριβές στις σχέσεις των κλινικών με τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, λόγω πραγματικής αδυναμίας, που οφείλεται στο πραγματικό γεγονός της μη έγκαιρης είσπραξης του ΦΠΑ από τον ΕΟΠΥΥ, η Ένωση πρότεινε για ένταξη σε επικείμενο νομοσχέδιο, διάταξης παρόμοιας με αυτή που έχει προβλεφτεί για τους εργολήπτες Τεχνικών έργων σε ακίνητα του Δημοσίου.
Συγκεκριμένα αναφέρει πως "ο Νόμος 4281/2014 (ΦΕΚ 160 Α 8-8-2014) που τροποποίησε το Νόμο 2859/2000 (Κώδικας ΦΠΑ) ενέταξε στα ειδικά καθεστώτα του άρθρου 39Α με απαλλαγή από το ΦΠΑ τα τιμολόγια εκτέλεσης τεχνικών έργων σε ακίνητα του Δημοσίου.
Με την παράγραφο 10 του άρθρου 1 του Ν 4281/2014 προστέθηκε στο άρθρο 39Α  του  Ν 2859/2000 παράγραφος 4 ως εξής:

«4. Στις περιπτώσεις εκτέλεσης εργασιών σε ακίνητα κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 2β, προς αναθέτουσες αρχές κατά την έννοια των προεδρικών διαταγμάτων 59/2007 (Α΄ 63) και 60/2007 (Α΄ 64), υπό την προϋπόθεση ότι οι ως άνω αρχές είναι κύριοι των έργων και υποκείμενοι στο φόρο με δικαίωμα έκπτωσης, ο φόρος καταβάλλεται από τον λήπτη. Ο υποκείμενος που εκτελεί τις εργασίες του προηγούμενου εδαφίου έχει δικαίωμα έκπτωσης του φόρου εισροών που αντιστοιχεί στις εν λόγω πράξεις, δεν χρεώνει φόρο στα εκδιδόμενα φορολογικά στοιχεία και υποχρεούται να αναγράφει σε αυτά « Άρθρο 39α, υπόχρεος για την καταβολή του φόρου είναι ο λήπτης
Η  διάταξη αυτή απαλλάσσει τους ως άνω εργολήπτες από το ΦΠΑ κατά την έκδοση των τιμολογίων έργων προς Δημόσιους Φορείς.

Πιστεύουμε ότι θα ήταν δίκαιο η παρόμοια μεταχείριση των Ιδιωτικών Κλινικών για τα Τιμολόγια που εκδίδουν έστω μόνο προς τον ΕΟΠΥΥ.
Όπως όλοι γνωρίζουμε, ο ΕΟΠΥΥ είτε καθυστερεί υπέρμετρα την πληρωμή μας, ενώ εμείς αποδίδουμε κάθε μήνα τον ΦΠΑ, είτε συμψηφίζει χωρίς να πιστώνει, τον αναλογούντα ΦΠΑ με τα μέτρα των Rebates and Claw Back.

Δεύτερη πρόταση

Άλλη λύση θα ήταν να αποδίδει ο ΕΟΠΥΥ τον ΦΠΑ στο Υπουργείο Οικονομικών όταν πληρώνει τον αντίστοιχο μήνα, παρακρατώντας ισόποσα από τους παρόχους. 

Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να κατανοήσουμε ότι ο ΦΠΑ προς τον ΕΟΠΥΥ αποτελεί μια μεταφορά ποσών από ένα κωδικό σε άλλο του προϋπολογισμού της Γενικής Κυβέρνησης. Συνεπώς δεν επηρεάζει τον Γενικό Προϋπολογισμό του κράτους.

Καταλήγοντας ο πρόεδρος του ΠΕΙΚ παρακάλεσε θερμά "για αποδοχή του δικαίου και εύλογου αιτήματος μας που θα συμβάλλει, σε ένα βαθμό, στην βελτίωση της ρευστότητας μας, που είναι αναγκαία για την συνέχιση της επιχειρηματικής μας δραστηριότητας, στο δύσκολο οικονομικό περιβάλλον που όλοι μας βιώνουμε και προσπαθούμε να επιχειρούμε".