«Τα παιδιά αυτά δεν έχουν την ηρεμία να κοιμηθούν, από τα κλάματα των νεογέννητων. Έχουν συνέχεια ένα φως από πάνω τους, δεν αναγνωρίζουν αν είναι μέρα ή νύχτα. Είναι ξαπλωμένα όλο το 24ωρο. Αναζητούμε στο πρόσωπό τους μια έκφραση».

Με τα λόγια αυτά, περιγράφουν οι μαίες του νοσοκομείου «Αλεξάνδρα» την κατάσταση που επικρατεί με τα παιδιά που εγκαταλείπονται στα νοσοκομεία μετά τη γέννησή τους.

Την περιγραφή αυτή, χρησιμοποίησαν και οι εκπρόσωποι της Ένωσης Ελευθεροεπαγγελματιών Παιδιάτρων Αττικής, στη συνάντηση που είχαν με την Γενική Διευθύντρια Πρόνοιας του Υπουργείου Εργασίας κ. Άρτεμη Δεδούλη, στην προσπάθεια να βρεθούν λύσεις που θα πάρουν τα παιδιά αυτά απ΄ τα νοσοκομεία και θα τους δώσουν την ευκαιρία ενταχθούν σε κάποια οικογένεια. Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε σε συνέχεια προηγούμενης συνάντησης εκπροσώπων της Ένωσης Παιδιάτρων με τον Συνήγορο του Παιδιού (σχετικό ρεπορτάζ, εδώ).

Στην πρώτη συνάντηση με το υπουργείο Εργασίας (θα υπάρξει δεύτερη συνάντηση την επόμενη εβδομάδα), ο Πρόεδρος της Ένωσης Ελευθεροεπαγγελματιών Παιδιάτρων Αττικής κ. Κ. Νταλούκας, η Αντιπρόεδρος κ. Α. Σακαλίδου και ο Νομικός Σύμβουλος κ. Θάνος Αλεξόπουλος κατέθεσαν υπόμνημα που μεταξύ άλλων επισημαίνει ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται στα νοσοκομεία της πρωτεύουσας, αλλά αφορά ολόκληρη τη χώρα, για παράδειγμα παιδί 10 χρονών ζει σε νοσοκομείο της Κρήτης, χωρίς να έχει γίνει δυνατή η εξεύρεση κάποιας οικογένειας γι΄ αυτό.

Στο υπόμνημα σημειώνεται ότι "στο νοσοκομείο «Αλεξάνδρα» που αποτελεί κέντρο προστασίας της ανύπανδρης μητέρας και του εκτός γάμου βρέφους, αλλά και στα υπόλοιπα παιδιατρικά νοσοκομεία, παραμένουν για σημαντικό χρονικό διάστημα βρέφη και παιδιά (συνήθως κατόπιν εισαγγελικής εντολής), χωρίς να ασθενούν. 

Είναι τα παιδιά που πληρώνουν το τίμημα του σαθρού οικογενειακού περιβάλλοντος, της ηθικής υποβάθμισης, της οικονομικής κρίσης, της παραμέλησης, της κακοποίησης, της εξάρτησης από ουσίες, των ανηλίκων μανάδων, των ψυχικών ασθενειών, παραγόντων που συνδέονται ο ένας με τον άλλον".

Για την αντιμετώπιση του ζητήματος με τρόπο που να καλύπτονται οι ανάγκες των παιδιών αυτών, η Ένωση πρότεινε αφενός την δημιουργία μιας νέας δομής στο σύστημα πρόνοιας της χώρας, για την προσωρινή φιλοξενία των παιδιών, και αφετέρου, την ανάπτυξη μιας πλατφόρμας υποψηφίων αναδόχων γονέων, ώστε η μετάβαση των παιδιών σε ένα οικογενειακό περιβάλλον να γίνεται σύντομα.

Με τη δημιουργία της νέας δομής, τα παιδιά αυτά δεν θα αναγκάζονται να παραμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα σε νοσοκομειακές δομές αφού δεν είναι άρρωστα. Στο νέο χώρο, τα παιδιά θα μπορούν να φιλοξενούνται μέχρι την εξεύρεση από την πολιτεία της ανάδοχης οικογένειας που θα αναλάβει τη φιλοξενία τους για σύντομο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, χωρίς να αποκλείεται και η περίπτωση της υιοθεσίας τους.

Με αυτόν τον τρόπο αντιμετωπίζεται το πρόβλημα της εγκατάλειψης παιδιών διεθνώς, καθώς τα παιδιά έχουν διαφορετικές ανάγκες από αυτές που μπορούν να προσφερθούν στα νοσοκομεία. Πρώτιστη παράμετρος είναι η έγκαιρη εξέλιξη της ανάθεσης των παιδιών στις ανάδοχες οικογένειες, για ελαχιστοποίηση των ψυχολογικών τραυμάτων τους, που πιθανόν να καταστούν καθοριστικά για τη μελλοντική τους ανέλιξη. Με τον τρόπο αυτό, θα αποσυμφορηθούν και τα παιδιατρικά νοσοκομεία, αλλά και θα μειωθεί ο αριθμός των παιδιών που προωθούνται σε ιδρύματα όπως το Μητέρα ή το αναρρωτήριο Πεντέλης.

Στο υπόμνημα σημειώνεται όμως, ότι "ο όρος «έγκαιρη ένταξη» προϋποθέτει τον εκσυγχρονισμό του τρόπου επιλογής αναδόχων οικογενειών, μέσα από ένα σύστημα που θα έχει προετοιμαστεί ήδη πριν να εκδηλωθεί το πρόβλημα, μια πλατφόρμα υποψηφίων αναδόχων γονέων, ώστε μόλις παρουσιαστεί η ανάγκη να καλούνται για να αναλάβουν ένα παιδί υπό την προστασία τους".

Πόροι για τη νέα δομή μπορούν να βρεθούν από επιμέρους κονδύλια που διασκορπίζονται στα παιδιατρικά νοσοκομεία, όπου τελικά τα παιδιά μόνο επιβιώνουν, χωρίς όμως τη δυνατότητα της ψυχολογικής και πνευματικής τους θωράκισης.

Η Ένωση μάλιστα θέτει και θέμα εθελοντικής προσφοράς από τα μέλη της για την ιατρική κάλυψη αυτών των παιδιών, υπογραμμίζοντας ότι στην κατεύθυνση αυτή θα συνδράμουν πολλοί, δεδομένης της κοινωνικής ευαισθησίας των Ελλήνων.