Παρά την κρίση που μαστίζει τη χώρα μας τα τελευταία χρόνια οι Έλληνες καταναλώνουν τα λιγότερα αντικαταθλιπτικά μεταξύ των Ευρωπαίων. Όπως φαίνεται, στη χώρα μας δεν έχει πάρει ποτέ αντικαταθλιπτικό το 97% του πληθυσμού (το μεγαλύτερο ποσοστό στην Ευρώπη), κατά καιρούς παίρνει το 1%, ενώ τακτικά, για διάστημα μεγαλύτερο του ενός μηνός, μόλις το 1%. Αυτό, βέβαια, δε σημαίνει ότι οι Έλληνες δεν αντιμετωπίζουν ψυχικές διαταραχές. Τα ζοφερά στοιχεία που ανακοινώνονται κατά καιρούς άλλα λένε. Όμως πάρα πολλοί που πάσχουν δεν έχουν διαγνωσθεί από γιατρό και δεν ακολουθούν συγκεκριμένη θεραπεία.

Πάντως δεν είναι αυτή η εικόνα που επικρατεί σε άλλες χώρες. Σύμφωνα με έκθεση του ΟΟΣΑ, τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των ανθρώπων που καταφεύγουν σε αντικαταθλιπτικά έχει διπλασιαστεί, κυρίως στις πλούσιες χώρες. Περίπου 350 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως πάσχουν από κατάθλιψη και απ’αυτούς οι περισσότεροι προέρχονται από χώρες με σταθερή έως ισχυρή οικονομία, κόντρα σε αυτό θα περίμενε κανείς.

Πρώτη στην κατανάλωση αντικαταθλιπτικών τα τελευταία δέκα χρόνια είναι η Ισλανδία. Ακολουθούν η Αυστραλία, ο Καναδάς, η Δανία και η Σουηδία. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην Ισλανδία το 2008 σχεδόν το 30% των γυναικών ηλικίας άνω των 65 ετών έπαιρνε αντικαταθλιπτικά. Αυξητικές τάσεις παρουσιάζει η χρήση αντικαταθλιπτικών και στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου (Iσπανία, Πορτογαλία, Ιταλία), κάτι που, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, σχετίζεται με την οικονομική κρίση.

Σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες πάνω σε διάφορα είδη φαρμακευτικής αγωγής κατά της κατάθλιψης, πολλά νέα φάρμακα για ελαφρές, κυρίως, εκφάνσεις της ασθένειας έχουν, μεν, θετικά αποτελέσματα στους ασθενείς, αλλά λειτουργούν ως ήπια ναρκωτικά. Πρόσφατη Αμερικανική μελέτη έδειξε ότι πολλοί άνθρωποι παίρνουν αντικαταθλιπτικά όχι γιατί πάσχουν από διαγνωσμένη κατάθλιψη, αλλά για να αντιμετωπίσουν το καθημερινό τους άγχος. Πάντως η χρήση τους απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή - μόλις το 1/3 των ερευνών πάνω στις παρενέργειες των αντικαταθλιπτικών βλέπουν το φως της δημοσιότητας.