Η μελέτη συσχετίζει τη λιτότητα με την επιβάρυνση της υγείας και τη μείωση του προσδόκιμου ζωής, εν προκειμένω των πιο φτωχών και πιο ηλικιωμένων, που είναι και οι πιο ευάλωτοι.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τη Δρ Ρέιτσελ Λούπστρα του Τμήματος Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό της Βασιλικής Εταιρείας Ιατρικής (Journal of Royal Society of Medicine) της Βρετανίας, μελέτησαν τις επιπτώσεις από τις μειώσεις που έγιναν τα προηγούμενα χρόνια στα κοινωνικά επιδόματα της Βρετανίας. Μέσω αυτών το κράτος στηρίζει τους χαμηλοσυνταξιούχους, συμπληρώνοντας την ελάχιστη κρατική σύνταξη (όπως το αντίστοιχο ελληνικό ΕΚΑΣ). Τα επιδόματα αυτά (pension credits) τύπου ΕΚΑΣ εισήχθησαν στη Βρετανία το 2003 από τον Γκόρντον Μπράουν και αντικατέστησαν το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα.

Οι επιστήμονες υπολόγισαν ότι μια μέση περικοπή κατά 3% στα επιδόματα αυτά αντιστοιχεί σε μια αύξηση της θνησιμότητας κατά 1,4% των ατόμων άνω των 85 ετών. Σύμφωνα με τους ερευνητές, «οι φτωχότεροι ηλικιωμένοι είναι μια από τις πιο ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού. Μια μείωση έστω και λίγων λιρών μπορεί να σημαίνει σημαντική διαφορά στο διαθέσιμο εισόδημά τους. Τέτοιες μειώσεις μπορεί να προκαλέσουν σημαντικό στρες και άγχος στους ηλικιωμένους, πράγμα που θα μπορούσε να πυροδοτήσει έμφραγμα ή εγκεφαλικό».

Άλλες πιθανές αιτίες για την αυξημένη θνησιμότητα των ηλικιωμένων μετά την μείωση του εισοδήματος - πέρα από τους ψυχολογικούς παράγοντες - είναι η λιγότερη και χειρότερη διατροφή τους, η ανεπαρκής θέρμανση, η κοινωνική απομόνωση κ.ά.