Πρώτη από πλευράς γιατρών και τρίτη από το τέλος από πλευράς νοσηλευτών ανά 1000 άτομα πληθυσμού, βρίσκεται η Ελλάδα, ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑσύμφωνα με νεώτερη έκθεση του Οργανισμού για τους επαγγελματίες υγείας.

Συγκεκριμένα, αντιστοιχούν 6,3 γιατροί ανά 1000 κατοίκους, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ φτάνει τους 3,3 γιατρούς και μόλις 3,6 νοσηλευτές ανά 1000 κατοίκους όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ φθάνει τους 9,1 νοσηλευτές ανά 1000 κατοίκους και η Ελβετία που είναι πρώτη, έχει 17,4 νοσηλευτές ανά 1000 κατοίκους.

Σύμφωνα με την έκθεση το 5,9% της απασχόλησης στη χώρα προέρχεται από τον τομέα υγείας, έναντι 4,4% το 2000, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ φθάνει το 10,6% και στη Νορβηγία που έρχεται πρώτη, το ποσοστό φθάνει το 19,8%.

Ο αριθμός γιατρών και νοσηλευτών έχει φτάσει σε επίπεδα ρεκόρ στις χώρες του ΟΟΣΑ. Οι χώρες πρέπει τώρα να μεταρρυθμίσουν τις στρατηγικές κατάρτισης και απασχόλησης τους ώστε να ανταποκρίνονται καλύτερα στις μεταβαλλόμενες ανάγκες της υγείας και επίσης να μειώσουν την εξάρτησή τους από επαγγελματίες υγείας από τις αναπτυσσόμενες χώρες εκπαιδευμένους στο εξωτερικό, σύμφωνα με τη νέα έκθεση του ΟΟΣΑ.

Η έκθεση "Πολιτικές υγειονομικού δυναμικού στις χώρες του ΟΟΣΑ: Σωστή δουλειά, Σωστές Δεξιότητες, Σωστά Σημεία", λέει ότι το 2013, συνολικά 3,6 εκατ. γιατροί και 10,8 εκατ. νοσηλευτές εργάζονταν στις χώρες του ΟΟΣΑ, από 2,9 εκατ. γιατρούς και 8,3 εκατ. νοσηλευτές το 2000.

Η αύξηση του αριθμού των γιατρών ήταν ιδιαίτερα γρήγορη σε ορισμένες χώρες, όπως η Τουρκία, η Κορέα και το Μεξικό, όταν το 2000 βρισκόταν σε σχετικά χαμηλά επίπεδα. Ο αριθμός των νοσηλευτών έχει επίσης αυξηθεί σε σχεδόν όλες τις χώρες του ΟΟΣΑ, τόσο στις χώρες που είχαν σχετικά λίγο νοσηλευτικό προσωπικό το 2000, όπως η Κορέα και η Πορτογαλία, και σε άλλους που είχαν ήδη σχετικά υψηλό αριθμό νοσηλευτών, όπως η Ελβετία, η Νορβηγία και τη Δανία.

Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της ανάπτυξης έχει ξεκινήσει από σημαντική αύξηση του αριθμού φοιτητών σε ιατρικά και νοσηλευτικά εκπαιδευτικά προγράμματα. Επίσης, έχει συμβάλλει και η μετανάστευση όπου το 17% των ενεργών γιατρών στις χώρες του ΟΟΣΑ το 2013-2014 και το 6% των νοσηλευτών έχουν εκπαιδευτεί στο εξωτερικό. Και παρότι το ένα τρίτο αυτών των γιατρών και νοσηλευτών προέρχονται από άλλες χώρες του ΟΟΣΑ, μεγάλος αριθμός προέρχονται και από χώρες χαμηλού εισοδήματος όπως οι αφρικανικές, οι οποίες ήδη αντιμετωπίζουν σοβαρές ελλείψεις ιατρονοσηλευτικού προσωπικού.

"Οι εξελισσόμενες ανάγκες υγείας και μακροχρόνιας φροντίδας του  πληθυσμού που γερνάει, θα πρέπει να ενθαρρύνουν την καινοτομία στον τομέα της υγείας, και η προσοχή πρέπει να επικεντρωθεί στην δημιουργία των κατάλληλων θέσεων εργασίας, με τις σωστές δεξιότητες, στο σωστό τόπο», δήλωσε ο γενικός γραμματέας του ΟΟΣΑ Angel Gurría. "Οι χώρες πρέπει να συνεργαστούν περισσότερο, ώστε να διασφαλιστεί ότι ο κόσμος παίρνει τις στρατηγικές επενδύσεις στο ανθρώπινο δυναμικό της υγείας, που είναι αναγκαίο για την επίτευξη καθολικής κάλυψης υγείας και υψηλής ποιότητας περίθαλψη για όλους."

Η έκθεση επισημαίνει ότι σημαντικός αριθμός γιατρών και νοσηλευτών αναφέρουν αναντιστοιχία μεταξύ των δεξιοτήτων τους και των απαιτήσεων της δουλειάς τους. Περίπου οι μισοί γιατροί και το 40% των νοσοκόμων αναφέρουν ότι δεν διαθέτουν την εξειδίκευση για ορισμένα από τα καθήκοντα που πρέπει να εκτελέσουν. Ταυτόχρονα, η μεγάλη πλειοψηφία των γιατρών και των νοσοκόμων αναφέρουν επίσης ότι είναι υπερ-εξειδικευμένο για μερικές από τις εργασίες που πρέπει να κάνουν.

Για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων, η έκθεση του ΟΟΣΑ καθορίζει ένα σχέδιο τριών σημείων που συνιστά ότι οι χώρες πρέπει να εφαρμόζουν πολιτικές για να προωθήσουν:

1. Σωστές θέσεις εργασίας

Εκπαίδευση επαρκούς αριθμού ανά απαιτούμενη ειδικότητα επαγγελματιών υγείας για την κάλυψη των μελλοντικών αναγκών, χωρίς αδικαιολόγητα να στηρίζονται στις εκπαιδευτικές προσπάθειες άλλων χωρών, ιδίως εκείνων που πάσχουν από έντονες ελλείψεις, όπως συμβαίνει σε ορισμένες αναπτυσσόμενες και αναδυόμενες οικονομίες.

2. Σωστές δεξιότητες

Διασφάλιση ότι οι επαγγελματίες υγείας θα αποκτήσουν τις κατάλληλες δεξιότητες και ικανότητες και τους δίνονται ευκαιρίες για την προσαρμογή των δεξιοτήτων τους κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής τους ζωής, για την παροχή υψηλής ποιότητας υπηρεσιών υγείας με προσέγγισε περισσότερο συλλογική και με επίκεντρο τον ασθενή.

3. Σωστός τόπος

Παροχή πρόσβασης στην υγειονομική περίθαλψη, σε όλο τον πληθυσμό, ανεξάρτητα από τον τόπο διαμονής, με την προώθηση ομοιόμορφης γεωγραφικής κατανομής των εργαζομένων και των υπηρεσιών υγείας μέσω οικονομικών κινήτρων ή νομοθεσίας, και μεγαλύτερη αξιοποίηση των καινοτόμων μοντέλων παροχής υπηρεσιών υγείας, ιδίως της τηλεϊατρικής.

Στην Ελλάδα
Ιατρική Εκπαίδευση και Κατάρτιση 
- Η είσοδος στην ιατρική εκπαίδευση στην Ελλάδα γίνεται μετά την ολοκλήρωση του Λυκείου και την επιτυχία στις εξετάσεις εισόδου στο εθνικό πανεπιστήμιο. Η είσοδος στην ιατρική εκπαίδευση καθορίζεται από τη συνολική βαθμολογία που συνδυάζει τους βαθμούς που λαμβάνονται κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους του Λυκείου και τους βαθμούς των πανελληνίων εξετάσεων. Η κατανομή των μαθητών στις ιατρικές σχολές ελέγχεται κεντρικά, όχι από τα μεμονωμένα πανεπιστήμια.
- Η αρχική ιατρική εκπαίδευση στην Ελλάδα είναι έξι χρόνια. Τα τρία πρώτα χρόνια είναι προκλινικά και αφορούν τη βασική επιστήμη, ενώ τα υπόλοιπα τρία έτη περιλαμβάνει περισσότερη κλινική και νοσοκομειακή εκπαίδευση. Εξετάσεις δίνονται δύο φορές το χρόνο, στο τέλος κάθε εξαμήνου. Δεν υπάρχει συνολική τελική εξέταση στο τέλος της εξαετούς περιόδου.
- Το Υπουργείο Υγείας είναι υπεύθυνο για την μεταπτυχιακή ιατρική εκπαίδευση και τον προσδιορισμό των διαθέσιμων θέσεων. Μόλις γίνει η εγγραφή στον Ιατρικό Σύλλογο, είναι δυνατή η μεταπτυχιακή εκπαίδευση, με χρηματοδότηση από τον προϋπολογισμό του ΕΣΥ. Οι αιτήσεις για τη μεταπτυχιακή κατάρτιση υποβάλλονται ανά νοσοκομείο, όχι σε κεντρικό επίπεδο. Η μεταπτυχιακή κατάρτιση πραγματοποιείται αποκλειστικά σε δημόσια ή πανεπιστημιακά νοσοκομεία. Δεδομένου ότι οι διαθέσιμες θέσεις κατάρτισης είναι λιγότερες από τον αριθμό των αποφοίτων, οι υποψήφιοι μπαίνουν σε λίστα αναμονής.
Μόλις τεθούν σε ισχύ οι διαθέσιμες θέσεις, οι γιατροί, τοποθετούνται σε λίστα αναμονής. Η απόκτηση θέσης κατάρτισης στην προτιμώμενη εξειδίκευση μπορεί να είναι μια μακρά διαδικασία τριών έως τεσσάρων ετών (και ακόμη περισσότερο σε κάποια ειδικότητα). Η διάρκεια της μετεκπαίδευσης ποικίλλει ανάλογα με την επιλεγμένη περιοχή της ειδίκευσης. Η εκπαίδευση του γενικού ιατρού διαρκεί τέσσερα χρόνια, ενώ η εκπαίδευση στις ειδικότητες κυμαίνεται από πέντε έως επτά έτη. Δεν έχουν εγκριθεί ειδικές ποσοστώσεις από το Υπουργείο Υγείας για την είσοδο σε συγκεκριμένες ειδικότητες.
- Για να γίνει γιατρός στην Ελλάδα, ένας φοιτητής μπορεί επομένως να περιμένει μια τριτοβάθμια εκπαίδευση 10 - 13 ετών, ανάλογα με την περιοχή της εξειδίκευσης.

Τάσεις στην είσοδο σε Ιατρικές Σχολές
- Ο αριθμός των εισακτέων στις ιατρικές σχολές καθορίζεται από το Υπουργείο Παιδείας. Ο αριθμός των φοιτητών που εισάγονται στην ιατρική εκπαίδευση έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, ανεβαίνοντας σε 1150, το 2013 και το 2014, από 895 το 2012 (Υπουργείο Παιδείας, 2015).
- Μεγαλύτερη διάρκεια φοίτησης παρατηρείται από το ρυθμό αποφοίτησης των φοιτητών από τις ιατρικές σχολές. Ο αριθμός των νέων αποφοίτων ιατρικών σχολών στην Ελλάδα αυξήθηκε μεταξύ του 2000 και του 2006 για να φτάσει στο ανώτατο σημείο του 1625 το 2006, αλλά έκτοτε έπεσε σε περίπου 1000 νέους αποφοίτους ιατρικής το 2012 (ΟΟΣΑ, 2015).
- Μετά την ολοκλήρωση του αρχικού πτυχίου ιατρικής, οι απόφοιτοι δεν έχουν καμία εθνική εξέταση διαπίστευσης και τους δίνεται πλήρης εγγραφή στον Ιατρικό Σύλλογο. Μετά την εγγραφή στο Σύλλογο και πριν την έναρξη της ειδικότητας, είναι υποχρεωτική η εργασία για ένα χρόνο σε μια αγροτική περιοχή (Αγροτικό), είτε σε αγροτικό κέντρο υγείας ή ως Γενικός Ιατρός σε μια αγροτική περιοχή.