Η Ελλάδα συρρικνώνεται. Ο πληθυσμός της μειώνεται σταθερά από το 2010 από τη μείωση των γεννήσεων και την ταυτόχρονη μετανάστευση.

Την ίδια στιγμή, τα χρόνια νοσήματα αυξήθηκαν κατά 24%, η κατάθλιψη χτύπησε την πόρτα στο 4,7% του πληθυσμού, τα αντικαταθλιπτικά αυξήθηκαν κατά 35% και τα αντιψυχωσικά κατά 19% περίπου, ενώ σχεδόν 4 εκατομμύρια Έλληνες κινδυνεύουν να βρεθούν κάτω από το όριο της φτώχειας, ήδη κάτω από το επίπεδο φτώχειας, βρίσκεται το 20% του πληθυσμού, ποσοστό διπλάσιο από το 2008 και επιπλέον, τώρα, ξεπερνούν ακόμη και το έσχατο όριο ένδειας. Οι φτωχοί είναι οι πλέον ευάλωτοι.

Τα παραπάνω επισημαίνει πρόσφατη έρευνα του ανεξάρτητου μη κερδοσκοπικού ερευνητικού οργανισμού "διαΝΕΟσις" σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής, και με το συντονισμό του καθηγητή Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής της Ιατρικής Αθηνών Γιάννη Τούντα.

Η έρευνα αναφέρεται στις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης σε σχέση με την κατάσταση της υγείας των Ελλήνων και του συστήματος υγείας της χώρας και διαπιστώνει ότι εν μέσω κρίσης η υγεία των πολιτών έχει επηρεαστεί (ειδικά η ψυχική υγεία), οι δαπάνες στον τομέα της υγείας έχουν επηρεαστεί επίσης, ενώ το σύστημα υγείας έχει πιεστεί έντονα.

Δομικές επιπτώσεις

Σύμφωνα με την έρευνα:
Η κρίση είχε -και εξακολουθεί να έχει- δομικές επιπτώσεις στην κοινωνία. Μια από τις πιο σημαντικές είναι η εξής: Η Ελλάδα μικραίνει. Από το 2010 ο πληθυσμός της χώρας μας έχει μειωθεί κατά περίπου 250.000 ανθρώπους, εξαιτίας δύο παραγόντων: Της μείωσης των γεννήσεων και της μετανάστευσης.

Από το 2010 και μετά, η "καθαρή μετανάστευση" στην Ελλάδα είναι αρνητική, δηλαδή οι Έλληνες που μεταναστεύουν στο εξωτερικό είναι περισσότεροι από τους μετανάστες που έρχονται στη χώρα (μέχρι, τουλάχιστο, να ξεκινήσει η μεγάλη προσφυγική κρίση του 2015, που συνεχίζεται). Αυτό είναι ένα φαινόμενο που είχε να εμφανιστεί από τη δεκαετία του '70.

Οι δε γεννήσεις έπεσαν κάτω από τις 100.000 ετησίως το 2013 για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδος. Ποτέ δεν γεννιούνταν τόσο λίγα παιδιά από το 1932 που υπάρχουν στοιχεία. Το 2014 ο αριθμός των γεννήσεων έπεσε ακόμη περισσότερο.

Οι επιπτώσεις της κρίσης στην υγεία των πολιτών είναι σημαντικές και συνοψίζονται επιγραμματικά στα εξής:

  • Παρατηρείται επιδείνωση της υγείας, κυρίως της ψυχικής, ιδιαίτερα για τα κατώτερα στρώματα.
  • Λήψη μειωμένης ιατρικής περίθαλψης, ειδικά για τους ανέργους και τους συνταξιούχους.
  • Γίνεται προβληματική η πρόσβαση στο φάρμακο.
  • Αυξάνονται οι ιδιωτικές δαπάνες υγείας.
  • Επιβαρύνονται οικονομικά όλες οι εισοδηματικές κατηγορίες.

Στην ερώτηση "Σε ποιό βαθμό πιστεύετε ότι η οικονομική κρίση επηρέασε την κατάσταση της υγείας σας, το 19% απάντησε πολύ, το 18% αρκετά, και το 21% λίγο, ενώ 36% δήλωσε καθόλου και άλλο ένα 6% δεν απάντησε. Από αυτούς που απάντησαν ότι η υγεία τους επηρεάστηκε από λίγο ως πολύ, το 68% έκανε λόγο για επιδείνωση της υγείας γιατί χειροτέρεψε η ποιότητα ζωής, το 56% γιατί χειροτέρεψε η ψυχική υγεία, το 29% γιατί στερήθηκε είδη πρώτης ανάγκης όπως η διατροφή, το 26% δεν είχε πρόσβαση σε φάρμακα λόγω κόστους ή ελλείψεων.

Ψυχικά νοσήματα- Αυτοκτονίες

Το 2014 το 4,7% του πληθυσμού δήλωσε κατάθλιψη -ποσοστό αυξημένο κατά 80,8% σε σχέση με το ποσοστό του 2009. Από το ποσοστό αυτό, 3 στους 10 είναι άνδρες και 7 στους 10 γυναίκες.

Από το 2006 μέχρι το 2011, η κατανάλωση αντικαταθλιπτικών αυξήθηκε κατά σχεδόν 35% από το γενικό πληθυσμό και των αντιψυχωσικών κατά 18,59%.

Οι θάνατοι που αποδίδονται σε αυτοκτονίες πριν από την κρίση κυμαίνονταν από 370 - 400 ετησίως στην Ελλάδα. Από το 2010 ο αριθμός αυτός αυξήθηκε κατά 39,5% το 2013, φτάνοντας τις 533 αυτοκτονίες. Παρέμεινε ωστόσο σε πολύ χαμηλά επίπεδα συγκριτικά με τις άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι αυτοκτονίες ανά 100.000 κατοίκους στην Ελλάδα είναι ακόμα σχεδόν τρεις φορές λιγότερες από το μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ.

Γενικότερα, οι επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στην ψυχική υγεία και στον αριθμό των αυτοκτονιών φαίνεται να επιφέρονται μέσω παραγόντων όπως η ανεργία, το μειούμενο εισόδημα και η οικονομική ύφεση. Ωστόσο, η διατύπωση αιτιακών σχέσεων αποδεικνύεται περίπλοκη και συχνά είναι δύσκολο να περιγραφούν και να ερμηνευτούν οι σχετιζόμενοι μηχανισμοί.

Ασθένειες
Το ποσοστό των Ελλήνων που δηλώνουν ότι πάσχουν από κάποιο χρόνιο πρόβλημα υγείας ή χρόνια πάθηση, δε, αυξήθηκε κατά 24,2% από το 2009 στο 2014.

Οι επιπτώσεις της κρίσης σε επιμέρους ομάδες πληθυσμού υπήρξαν πολύ σοβαρές. Σε περιόδους κρίσης διεθνώς εμφανίζεται έξαρση σε λοιμώδη νοσήματα (φυματίωση, γρίπη, σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα), λόγω της επιδείνωσης των συνθηκών διαβίωσης και τη δυσκολία πρόσβασης σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη. Στην Ελλάδα το 2010 καταγράφηκε επανεμφάνιση της ελονοσίας και κρούσματα του ιού του Δυτικού Νείλου, ενώ η μόλυνση από τον ιό HIV σε χρήστες ενδοφλέβιων ναρκωτικών ουσιών αυξήθηκε το 2011 πάνω από 1000%, λόγω της διακοπής του προγράμματος διανομής δωρεάν συρίγγων.

Επιπτώσεις πέρα από τις προφανείς
Η έρευνα της διαΝΕΟσις, χαρτογραφεί την κατάσταση της υγείας του πληθυσμού όπως καταγράφεται από τη βιβλιογραφία και σε θέματα στα οποία η επίδραση της κρίσης δεν είναι - σε πρώτη ανάγνωση - προφανής. Έτσι, μεταξύ άλλων, καταγράφεται πως το 35,7% των Ελληνίδων ηλικίας άνω των 40 δεν έχουν κάνει ποτέ μαστογραφία, ότι στην παιδική παχυσαρκία η Ελλάδα είναι πρώτη ανάμεσα στις χώρες του ΟΟΣΑ και πως τα τελευταία χρόνια οι Έλληνες έχουν περιορίσει την κατανάλωση αλκοόλ και καπνού. Από το 2014, δε, σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, σχεδόν 30% του πληθυσμού ηλικίας άνω των 15 δήλωνε πως έχει περιορίσει τις δραστηριότητές του λόγω προβλημάτων υγείας.

Φτώχεια
Επιπλέον, οι Έλληνες έγιναν φτωχότεροι κατά 40% από το 2008 στο 2015. Τα εισοδήματα του 2014 είναι μικρότερα από τα εισοδήματα του 2003. Αυτές οι σημαντικές αλλαγές στην οικονομική κατάσταση των πολιτών είχαν συνέπειες και στην υγεία του πληθυσμού.

Το 2003 είχε εκτιμηθεί ότι η συνολική (σχετική και απόλυτη) φτώχεια έπληττε πάνω από το 25% του πληθυσμού της Ελλάδας, ενώ καταστροφικές δαπάνες για την υγεία καταγράφονται στο 2,5% των νοικοκυριών όταν στον Καναδά, τη Φινλανδία, τη Γερμανία, την Ισλανδία, την Ισπανία, τη Σουηδία, τη Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο ήταν μικρότερο από 1%, ενώ στις ΗΠΑ 2,45%. Στην πρόσφατη έκθεση «Μορφές προσαρμογής και ανισότητες στην Ελλάδα κατά την κρίση» των Τ. Γιαννίτση και Στ. Ζωγραφάκη, αναφέρεται ότι το μέσο προ φόρων εισόδημα όλων των νοικοκυριών μειώθηκε μεταξύ 2008 και 2012 κατά 23%, ότι η πρόσθετη φορολογία (άμεσοι και έμμεσοι φόροι και φόροι περιουσίας) που επιβλήθηκε οδήγησε σε μια πρόσθετη μέση μείωση του εισοδήματος κατά 7%, και ότι ο πληθωρισμός στην ίδια περίοδο μείωσε περαιτέρω το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα κατά 5%. Η συνολική μέση μείωση ήταν 35%.

Οι μελετητές έκαναν τρεις διακρίσεις: τα πρώτα έξι δεκατημόρια (60% του πληθυσμού) αντιπροσωπεύουν τα σχετικά χαμηλά εισοδήματα, τα επόμενα τρία δεκατημόρια (30%) τα μεσαία εισοδήματα και το υψηλότερο (το 10ο) δεκατημόριο τα υψηλά εισοδήματα.

Διαπιστώνεται ότι, στη χαμηλή εισοδηματική ομάδα, το μέσο εισόδημα έχει αυξηθεί κατά 1% το 2012 σε σχέση με το 2008, στη μεσαία ομάδα έχει μειωθεί κατά 18,9%, ενώ στην υψηλή ομάδα έχει μειωθεί κατά 36,5%. Συνεπώς, η πρώτη ανάγνωση δείχνει ότι οι εισοδηματικές μειώσεις συμβαδίζουν με μια «λογική κοινωνικής δικαιοσύνης» και αναδιανομής του πλούτου, καθώς τα υψηλότερα εισοδήματα επιβαρύνθηκαν περισσότερο. Όμως, το μέσο εισόδημα της ομάδας αυτής, τόσο το 2008 όσο και, κυρίως το 2012, ήταν κοντά ή και κάτω από το όριο, φτώχειας (8.767 ευρώ το 2008 και 7.756 ευρώ το 2012). Το 52% των νοικοκυριών της χαμηλής ομάδας, ήτοι το 31% όλων των νοικοκυριών της χώρας, είδε το μέσο ετήσιο εισόδημά του να μειώνεται από τα 10.578 ευρώ στα 6.576 ευρώ, δηλαδή κάτω από το όριο της φτώχειας. Η δε αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης έπληξε σε δυσανάλογα μεγάλη έκταση τα χαμηλότερα εισοδήματα.