Η ψωρίαση μπήκε στη ζωή μου από την ηλικία των 12 ετών, περίπου το 2000, και με συντροφεύει μέχρι και σήμερα. Επειδή αρχικά ήταν αρκετά περιορισμένη σε έκταση, με τη συμβουλή του δερματολόγου που με παρακολουθούσε, ξεκίνησα τοπικές θεραπείες με λοσιόν και κρέμες, ομολογουμένως ιδιαίτερα αποτελεσματικές.

Ως νέος ασθενής, κρίνοντας μόνο από το όνομα της πάθησης, έμαθα να ζω με αυτήν, κρατώντας την κρυφή από τον κοινωνικό μου περίγυρο, ως ένα ανομολόγητο μυστικό. Με αυτό τον τρόπο απέφευγα τις αδιάκριτες ερωτήσεις που με έφερναν σε δύσκολη θέση, τα περίεργα βλέμματα του κόσμου και κυρίως απέφευγα να ξεστομίζω έναν μονόλογο που είχα μάθει να λέω με μία ανάσα: «Αυτό που έχω λέγεται ψωρίαση. Δεν έχει σχέση με την ψώρα, μην τρομάζετε, δεν είναι μεταδοτικό. Αυτοάνοσο είναι, δεν κολλάει και βγαίνει από το άγχος». Σε αυτό βοηθούσε και η φύση της ασθένειας. Έντονες εξάρσεις κατά τη διάρκεια του χειμώνα, περίοδο κατά την οποία τα μακριά χειμωνιάτικα ρούχα κάλυπταν τις δερματικές αλλοιώσεις, ενώ το σώμα μου καθάριζε κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, μιας και ο ήλιος για τους περισσότερους ασθενείς με ψωρίαση είναι δώρο θεού.

Η υγεία μου με την πάροδο του χρόνου άρχισε να επιδεινώνεται και οι μέχρι τότε θεραπείες ήταν, πλέον, αναποτελεσματικές, με συνέπεια να χρησιμοποιώ περισσότερες ποσότητες κορτιζονούχων αλοιφών. Οι δερματικές αλλοιώσεις είχαν επεκταθεί αρκετά, ενώ το κεφάλι μου ήταν, πια, γεμάτο με ψωριασικά λέπια σε τέτοιο βαθμό, που τα μαλλιά μου είχαν αραιώσει αισθητά. Η έντονη φαγούρα, οι δερματικοί πόνοι και τα λερωμένα με αίμα ρούχα συνιστούσαν καθημερινό φαινόμενο.  

Μέχρι και το τέλος των φοιτητικών  μου χρόνων πεισματικά αρνιόμουν να ακολουθήσω τη θεραπεία με χάπια, που πρότεινε ο δεματολόγος μου, συνδυαστικά με τις επιδερμικές θεραπείες. Η ψωρίαση κάλυπτε περίπου το 90% του σώματός μου και ο καλοκαιρινός ήλιος δεν ήταν αρκετός για να βοηθήσει την κατάσταση. Άρχισα να κυκλοφορώ το καλοκαίρι με μακριά ρούχα και να γίνομαι αποδέκτης φοβικών συμπεριφορών. Πλέον πολύς κόσμος δεν έπιανε το χέρι μου, απέφευγε να κάθεται δίπλα μου, έτυχε να με διώξουν από ορισμένα κομμωτήρια, ενώ η κατάσταση της υγείας μου και το πρόβλημα που δημιουργούσε στους συναδέλφους μου έγινε θέμα γενικής συνέλευσης των εργοδοτών μου. Όλα αυτά με ώθησαν να ακολουθήσω τη συμβουλή του γιατρού μου και να ξεκινήσω θεραπεία με χάπια. Ο οργανισμός μου ανταποκρίθηκε πολύ καλά και σε μικρό χρονικό διάστημα το σώμα μου είχε καθαρίσει. Αφελώς και χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του γιατρού διέκοψα τη θεραπεία και σύντομα η κατάσταση της υγείας μου χειροτέρεψε δραματικά, όμως εγώ πεισματικά δεν ξεκινούσα πάλι τη θεραπευτική αγωγή με χάπια.

Την ίδια χρονική περίοδο ξεκίνησαν κάποιοι πόνοι στις αρθρώσεις. Δεν έδωσα σημασία στις ενοχλήσεις αυτές, διότι θεωρούσα πως ευθύνεται η κούρασή μου από την απαιτητική εργασία. Η λύση ήταν εύκολη: Παυσίπονα! Οι πόνοι χειροτέρευαν και εγώ συνέχιζα να τους αγνοώ, καταναλώνοντας όλο και μεγαλύτερες ποσότητες ισχυρών αναλγητικών φαρμάκων. Η κατάσταση έγινε δραματική σε τέτοιο βαθμό, που αναγκάστηκα να κλειστώ στο σπίτι, εγκαταλείποντας κάθε δραστηριότητα, σηκωνόμουν από το κρεβάτι μια φορά την ημέρα, με τάιζαν, ενώ πονούσα ακόμη και όταν σκεπαζόμουν το βράδυ.

Η ανάγκη για νοσηλεία ήταν μεγάλη και απαραίτητη, ώστε να γίνουν οι προβλεπόμενες εξετάσεις. Όταν έφτασε η ημέρα να εισαχθώ στο νοσοκομείο, η μεταφορά μου ήταν εφικτή μονάχα με αναπηρικό καροτσάκι. Η διάγνωση δεν ήταν δύσκολη. «Ψωριασική αρθρίτιδα».  Πέρασαν τρεις μήνες για να καθαρίσει το δέρμα μου υποτυπωδώς και να μπορέσω να κάνω τις εξετάσεις, με σκοπό να ξεκινήσω τους βιολογικούς παράγοντες. Στο μεταξύ, παρά τους πόνους και με συντροφιά τα παυσίπονά μου, συνέχιζα τη ζωή μου φυσιολογικά. Οι πόνοι εξαφανίστηκαν πέντε μήνες μετά, ενώ κατάφερα να περπατήσω χωρίς να πονάω και να κουτσαίνω έξι μήνες μετά τη νοσηλεία μου.

Πλέον, ακολουθω τη θεραπευτική μου αγωγή με συνέπεια, όντας πλήρως και σωστά ενημερωμένος, όπως οφείλει κάθε ασθενής και έχοντας καταλάβει πολλά από τα λάθη που έκανα στο παρελθόν σχετικά με την υγεία μου. Η ποιότητα ζωής μου έχει επανέλθει στο φυσιολογικό, μπορώ και εργάζομαι, κινούμαι και αθλούμαι άνετα χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια και πόνους. Δεν ξεχνώ όσα πέρασα, ούτε ότι στιγμή δεν έχασα την αισιοδοξία μου για το μέλλον. Αν κάτι έμαθα από όλη αυτή την περιπέτεια ζωής, είναι πως η έγκαιρη και έγκυρη διάγνωση από τον ειδικό γιατρό μπορεί να οδηγήσει στη σωστή αντιμετώπιση κάθε ασθένειας και κατά συνέπεια σε μία όμορφη καθημερινότητα.