Τα βιο-ομοειδή φάρμακα θα διαδραματίζουν ολοένα και σημαντικότερο ρόλο στα συστήματα υγείας. Κι αυτό γιατί η παγκόσμια αγορά βιολογικών φαρμάκων παρότι ξεκίνησε από τα 46 δισ. δολ. το 2002, αναμένεται να υπερβεί τα 390 δισ. δολ. μέχρι το 2020, και θα αντιπροσωπεύει έως και το 28% της αξίας της παγκόσμιας αγοράς φαρμάκων.

Ανταγωνιζόμενα τα πρωτότυπα βιολογικά φάρμακα σε ένα αναπτυσσόμενο εύρος θεραπειών, τα βιο-ομοειδή θα επιτρέψουν στους άμεσα ενδιαφερόμενους - συμπεριλαμβανομένων των ταμείων, των γιατρών και των ασθενών - να επωφεληθούν από περισσότερες επιλογές θεραπευτικών σχημάτων.

Αυτό επισημαίνει πρόσφατη έρευνα της IMS Health, σύμφωνα με την οποία, μέχρι το 2020, τα βιο-ομοειδή θα μπορέσουν να μπουν στην αγορά των βιολογικών παραγόντων, που σήμερα  ξεπερνά τα 40 δισ. ευρώ. Η σωρευτική πιθανή εξοικονόμηση πόρων για τα συστήματα υγείας στις πέντε μεγάλες αγορές της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και των ΗΠΑ, από τη χρήση των βιο-ομοειδών, θα μπορούσε να υπερβαίνει τα 50 δισ. αθροιστικά, μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια και να φτάσει ακόμη και τα 100 δισ. ευρώ.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, σχεδόν 50 βιο-ομοειδή είναι σήμερα υπό ανάπτυξη, γεγονός που θα οδηγήσει πιθανότατα σε μια εξαιρετικά ανταγωνιστική αγορά τα επόμενα πέντε χρόνια. 

Αυτό αντιπροσωπεύει σημαντικό ανεκμετάλλευτο δυναμικό - αν και δεν είναι όλες οι αγορές έτοιμες να επωφεληθούν από τα οφέλη που προσφέρονται από την επερχόμενη γενιά βιο-ομοειδών προϊόντων.

Σε ορισμένες χώρες, οι ρυθμίσεις των Ταμείων και των κυβερνήσεων μπορεί να παρεμποδίζουν τον ανταγωνισμό στην αγορά. Και αυτό γιατί δεν έχουν όλοι οι εμπλεκόμενοι καταλάβει πώς να χρησιμοποιήσουν τον ανταγωνισμό για να μεγιστοποιήσουν τα οφέλη από τα βιο-ομοειδή φάρμακα.

Οι καλύτερες αγορές για κεφαλαιοποίηση του οφέλους των βιο-ομοειδών είναι αυτές όπου λειτουργεί ανταγωνιστικά η αγορά, όπου οι παρασκευαστές έχουν κίνητρα να συμμετάσχουν μακροπρόθεσμα, και όπου οι γιατροί βρίσκονται στο επίκεντρο της διαδικασίας λήψης αποφάσεων. Σε αυτό το πλαίσιο, η εκπαίδευση των ενδιαφερομένων, συμπεριλαμβανομένων των γιατρών είναι κρίσιμης σημασίας - αλλά εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των χωρών όσον αφορά το πώς οι γιατροί εκπαιδεύονται και ευαισθητοποιούνται, αλλά και πόσο οι παραγωγοί έχουν κίνητρο να συμμετάσχουν στην αγορά.

Ο ανταγωνισμός βρίσκεται στο επίκεντρο της χρήσης βιο-ομοειδών λόγω κόστους, ο οποίος καθορίζει τον κύκλο της φαρμακευτικής καινοτομίας και της βιωσιμότητας του συστήματος υγειονομικής περίθαλψης. Προς το παρόν, όμως, η κατάσταση σε όλη την ΕΕ είναι ιδιαίτερα διαφοροποιημένη, με διαφορετικά επίπεδα εκπαίδευσης και παροχής κινήτρων στα ενδιαφερόμενα μέρη.

Μια λειτουργική ανταγωνιστική αγορά, πρέπει να διασφαλίσει βιωσιμότητα στα δημόσια συστήματα υγείας, τους γιατρούς και τους παραγωγούς. Η Γερμανία είναι από τις πιο επιτυχημένες στον τομέα αυτό, μέσω της εκπαίδευσης των γιατρών και την εφαρμογή μέτρων για την τόνωση της συνταγογράφησης βιο-ομοειδών. Αντίθετα, η προσέγγιση της Αυστρίας - που έχει επιβάλλει σε κάποια βιο-ομοειδή υποχρεωτικές μειώσεις τιμών - οδήγησε στην εξαίρεση κάποιων βιο-ομοειδών από την αγορά.

Οι γιατροί, οι ασθενείς και τα Ταμεία, απαιτούν ισορροπημένη και κατάλληλη εκπαίδευση σχετικά με το ρόλο που μπορούν να παίξουν τα βιο-ομοειδή φάρμακα, ενώ τα Ταμεία πρέπει να εξασφαλίσουν ότι οι γιατροί και οι παραγωγοί έχουν τα κατάλληλα κίνητρα για την ανάπτυξη των προϊόντων αυτών.

Η εξασφάλιση της βιωσιμότητας για όλους τους ενδιαφερόμενους είναι σημαντική. Εστιάζοντας μόνο στην τιμή, διακινδυνεύεται ο περιορισμός των μακροπρόθεσμων ευκαιριών για εξοικονόμηση, καθιστώντας την αγορά λιγότερο ελκυστική για τους παραγωγούς, μειώνοντας τα κίνητρα για επενδύσεις στην ανάπτυξη και τοποθέτηση στην αγορά των νεώτερης γενιάς βιο-ομοειδών φαρμάκων.

Αδρανοποιώντας τον ανταγωνισμό, τα Ταμεία ίσως χάσουν τις εξοικονομήσεις που προσδοκούν. Επιπλέον, η εστίαση στην τιμή σε βάρος του όγκου συνταγογράφησης, μειώνει τις δυνατότητες επιλογής του γιατρού και δυνητικά περιορίζουν την πρόσβαση των ασθενών σε θεραπεία. Πάνω απ 'όλα, τα κράτη πρέπει να κατανοήσουν ότι η εστίαση στην τιμή και όχι στον όγκο μπορεί να φαίνεται ελκυστική, αλλά μακροπρόθεσμα θα αποδειχθεί αυτοπεριοριζόμενη - αν όχι αυτοκαταστροφική.