Επιστήμονες από 228 ερευνητικά κέντρα σε 21 χώρες του κόσμου επιστράτευσαν 12.705 άνδρες και γυναίκες, ηλικίας 55 και 60 ετών αντίστοιχα.

Οι άνδρες έπρεπε να διαθέτουν τουλάχιστον έναν παράγοντα κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο (π.χ. κοιλιακή παχυσαρκία, κάπνισμα, χαμηλή «καλή» - HDL χοληστερίνη ή ήπια νεφρική νόσο) για να ενταχθούν σε αυτήν, ενώ οι γυναίκες έπρεπε να διαθέτουν τουλάχιστον δύο. Όμως δεν έπρεπε να έχουν ενδείξεις εγκατεστημένης καρδιαγγειακής νόσου.

Οι ερευνητές τους χώρισαν σε ομάδες, χορηγώντας σε άλλους φάρμακα για την πίεση, τη χοληστερίνη ή και τα δύο και σε άλλους έδωσαν εικονικά φάρμακα. Όπως ανέφεραν στο 65ο Ετήσιο Συμπόσιο του Αμερικανικού Κολεγίου Καρδιολογίας, όσοι πήραν στατίνες με ή χωρίς φάρμακα για την πίεση, είχαν μειωμένη συχνότητα καρδιαγγειακών επεισοδίων στη διάρκεια των 6 ετών που τους παρακολουθούσαν.

Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξαν τρεις κλινικές μελέτες και οι τρεις σχετικές δημοσιεύσεις έγιναν στο περιοδικό "New England Journal of Medicine".

«Τα ευρήματά μας υποδηλώνουν ότι οι στατίνες είναι πολύ αποτελεσματικές, διότι μειώνουν σημαντικά τον σχετικό κίνδυνο για καρδιαγγειακό επεισόδιο» δήλωσε ο επικεφαλής ερευνητής Δρ Σαλίμ Γιουσούφ, καθηγητής καρδιαγγειακής νόσου στο Πανεπιστήμιο ΜακΜάστερ του Καναδά και νυν πρόεδρος της Παγκόσμιας Καρδιολογικής Ομοσπονδίας (WHF). «Είναι, επίσης, καλά ανεκτές και ασφαλείς, αν και υπήρξαν κάπως περισσότερα κρούσματα μυϊκού πόνου, αλλά όχι ραβδομυόλυσης, μεταξύ των εθελοντών που τις έπαιρναν».

Καρδιαγγειακοί θάνατοι, εμφράγματα και εγκεφαλικά συνέβησαν στο 3,5% των ασθενών που έπαιρναν τόσο στατίνες όσο και φάρμακα για την πίεση και στο 3,7% για όσους έπαιρναν μόνο στατίνες, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 5% για όσους είχαν πάρει τα εικονικά φάρμακα. Η μείωση του κινδύνου ήταν 30% για όσους έπαιρναν στατίνες συν αντιϋπερτασικά φάρμακα (40% για όσους είχαν υψηλή πίεση και 20% για όσους είχαν χαμηλή) και 25% για όσους έπαιρναν μόνο στατίνεςΌσοι έπαιρναν τις στατίνες, εμφάνισαν μετά από έναν χρόνο κατά μέσο όρο μια μείωση περίπου 40 μονάδες ή 25% στην «κακή» χοληστερίνη τους (LDL). Το αρχικό επίπεδο χοληστερίνης ενός ανθρώπου δεν φαίνεται να παίζει σημαντικό ρόλο στο πόσο θα ωφεληθεί από τις στατίνες. Όσον αφορά στις παρενέργειες, μερικοί άνθρωποι ανέφεραν μυϊκή αδυναμία ή μυϊκούς πόνους, αλλά το πρόβλημα εξαφανίστηκε, όταν διακόπηκαν οι στατίνες ή μειώθηκε η δόση τους.

Πάντως οι επιστήμονες είπαν ότι τα ευρήματα ήταν πιο πολύπλοκα για την αντιϋπερτασική θεραπεία, η οποία δεν φάνηκε να βοηθά τους εθελοντές με προϋπέρταση ενώ, παρότι χρησιμοποιήθηκε χαμηλή δόση φαρμάκων, είχε αρνητικές επιδράσεις σε όσους βρίσκονταν εντός των φυσιολογικών ορίων.

Ο επικεφαλής ερευνητής κατέληξε: «Όσο πιο χαμηλά, τόσο πιο καλά. Το γνωμικό ισχύει για την LDL χοληστερίνη, αλλά όχι για την αρτηριακή πίεση. Τα νέα ευρήματα υποδηλώνουν πως όλοι οι ασθενείς με μέτριο καρδιαγγειακό κίνδυνο είναι κατάλληλοι υποψήφιοι για αγωγή με στατίνη, αλλά η αντιϋπερτασική αγωγή πρέπει να προσφέρεται μόνο σε όσους έχουν όντως υπέρταση. Ο αντίκτυπος των ευρημάτων μας στην καθημερινή πρακτική είναι τεράστιος και πιστεύω, πλέον, ότι πρέπει να αρχίσουμε να χορηγούμε τις στατίνες ευρύτερα απ’ ό,τι μέχρι σήμερα».

Ειδικά στους ασθενείς με υπέρταση, μπορεί να διπλασιαστεί το όφελος της μείωσης της αρτηριακής πίεσης, με την ταυτόχρονη χορήγηση αγωγής για τη χοληστερίνη.