Στο Συμβούλιο της Επικρατείας προσέφυγαν χθες γενικοί γιατροί από τη Β. Ελλάδα, καταθέτοντας αίτηση ακύρωσης της απόφασης του υπουργού Υγείας Ανδρέα Ξανθού, με την οποία δίνεται η δυνατότητα να εφημερεύουν γενικοί γιατροί στα τμήματα επειγόντων περιστατικών των νοσοκομείων.

Η απόφαση προβλέπει ότι πέραν των γενικών γιατρών που υπηρετούν στα νοσοκομεία σε οργανική θέση, με απόφαση του διοικητή της ΥΠΕ, μπορούν να πραγματοποιούν εφημερίες στα νοσοκομεία και γιατροί που υπηρετούν στο ΠΕΔΥ, δηλαδή σε Κέντρα Υγείας, π. μονάδες υγείας του ΕΟΠΥΥ, πολυδύναμα περιφερειακά ιατρεία, περιφερειακά ιατρεία κλπ, ανεξάρτητα αν αυτές οι πρωτοβάθμιες μονάδες είναι συνδεδεμένες με τα νοσοκομεία ή όχι.

Μπορεί ο στόχος του υπουργείου να ήταν η επιτάχυνση της διαλογής των περιστατικών στις ανάλογες ειδικότητες κατά την εφημερία, σημειώνοντας ρητά ότι ο ρόλος του γενικού γιατρού είναι επικουρικός (σημειώνεται χαρακτηριστικά ότι " οι γενικοί γιατροί που καλούνται να συνεισφέρουν επικουρικά στην ασφαλή εφημέρευση των δημοσίων νοσοκομείων της χώρας"). Όμως με την αποψίλωση που υφίστανται αυτή την ώρα τα νοσοκομεία από ιατρικό προσωπικό, έχει οδηγήσει σύμφωνα με τους γιατρούς που κατέθεσαν την αίτηση ακύρωσης, να επιφορτίζεται το κύριο βάρος της εφημερίας ο γενικός γιατρός, συνεπικουρούμενος από τους ειδικευόμενους που βρίσκονται στην εφημερία κάθε φορά.

Το θέμα έχει προκαλέσει την αντίδραση και της  Ελληνικής Ένωσης Γενικής Ιατρικής η οποία έχει επισημάνει με επιστολή της προς τον υπουργό Υγείας πως παρουσιάζονται προβλήματα που σχετίζονται με τους αυθαίρετους προγραμματισμούς από την πλευρά των ΥΠΕ, την αποψίλωση των μονάδων ΠΦΥ, την απουσία οργανωμένων και αυτοτελών τμημάτων επειγόντων περιστατικών (ΤΕΠ) στα νοσοκομεία, αλλά κυρίως τη μη εξειδίκευση στην Επείγουσα Ιατρική, της πλειοψηφίας των γενικών γιατρών.

Αναλυτικότερα έχουν τονίσει πως:
•    Η θέση του γενικού γιατρού είναι στην κοινότητα, στη γειτονιά σε αστικά κέντρα και στην επαρχία, και όχι στα νοσοκομεία, αφού ο γενικός γιατρός είναι ο εξειδικευμένος γιατρός στην παροχή πρωτοβάθμιας ή πρωταρχικής φροντίδας, και όχι νοσοκομειακής.
•    Η εκπαίδευση στη γενική ιατρική στην Ελλάδα, σε μεγάλο τμήμα της αφορά άσκηση εντός νοσοκομείου, όμως ο στόχος της είναι η κατάκτηση δεξιοτήτων που θα χρησιμοποιηθούν στην άσκηση της ιατρικής στην κοινότητα.
•    Στον υπόλοιπο κόσμο, Γενικοί γιατροί είναι δυνατόν να εργάζονται σε ΤΕΠ, αφού έχουν κατάλληλα εκπαιδευτεί στην Επείγουσα Ιατρική και παράλληλα το επιθυμούν και οι ίδιοι.
•    Η Επείγουσα Προνοσοκομειακή Ιατρική στην οποία έχει εκπαιδευτεί ο γενικός γιατρός, έχει μικρή σχέση με την Επείγουσα Νοσοκομειακή Ιατρική, και στόχος της είναι η ασφαλής μεταφορά του ασθενούς στην κατάλληλη δομή για αντιμετώπιση.
•    Η πέρα από κάθε λογική επιβάρυνση των ΤΕΠ νοσοκομείων έχει προκύψει από τον περιορισμό της ελεύθερης πρόσβασης των πολιτών σε οργανωμένη ΠΦΥ (μαζική απασφάλιση, οικονομική κρίση κλπ) και αποτελεί φαινόμενο αντίστροφης υποκατάστασης. 

Η Ένωση έχει επισημάνει πως η περαιτέρω αποδυνάμωση της ΠΦΥ θα επιβαρύνει ακόμα περισσότερο τα νοσοκομεία.