Μια "βόμβα" που θα μπορούσε να δημιουργήσει ένα νέο γύρο ύφεσης της χώρας, κρατάει στα χέρια της η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Υγείας. Το σύστημα υγείας χρειάζεται χρηματοδότηση, διαφορετικά, το ενδεχόμενο "παγώματος" των δημοσίων και ιδιωτικών πληρωμών σε συνδυασμό με τις προβλέψεις για σταδιακή αύξηση του ΑΕΠ, θα μπορούσε να θέσει τη χώρα στο περιθώριο των ανεπτυγμένων Ευρωπαϊκών χωρών.

Αυτό επισημαίνει το υπουργείο Υγείας στην ανάλυση των οικονομικών στοιχείων του συστήματος Υγείας βάσει των Λογαριασμών Υγείας της ΕΛΣΤΑΤ, σύμφωνα με τους οποίους το 2013 οι ιδιωτικές δαπάνες έφτασαν τα 5,616 δις ευρώ και οι δημόσιες δαπάνες σε 9,652 δις ευρώ το 2015, (5,4% του ΑΕΠ). Ταυτόχρονα οι προβλέψεις για αύξηση του ΑΕΠ από τον ΟΟΣΑ, κάνουν λόγο για αύξηση 0,5% το 2015, αύξηση 2,9% το 2016, αύξηση 2,4 -3,23% το 2017 και  2,4-3,19% το 2018 και αύξηση 3,04-2,5% το 2019. 

"Η συνολική δαπάνη υγείας στην Ελλάδα κυμαίνονταν από 8% έως 9% του ΑΕΠ πριν την κρίση. Το 2012 ανήλθε στο 8,81% και το 2013 στο 8,6% ενός απομειωμένου πλέον ΑΕΠ. Χάρη στην υπερβολική συμμετοχή των ιδιωτικών δαπανών υγείας, η συνολική δαπάνη παραμένει και σήμερα συγκρίσιμη με τη μεσοσταθμική δαπάνη των χωρών του ΟΟΣΑ (8,6% - 8,7%), έστω και κάτω από το εύρος 10-11% της Αυστρίας, του Βελγίου, της Δανίας και της Γαλλίας ή του 11% και πλέον, της Γερμανίας και της Σουηδίας. Μια πτώση στο 7,7%, θα αποτελέσει για την Ελλάδα μια ακραία τιμή και θα την θέσει στο περιθώριο των ανεπτυγμένων Ευρωπαϊκών χωρών", επισημαίνει χαρακτηριστικά η πολιτική ηγεσία στην έκθεσή της για την αξιοποίηση των πόρων του ΕΣΠΑ

Αδυναμίες διακυβέρνησης 
Εντούτοις, όπως αναφέρει η ίδια έκθεση, η εποπτεία του τομέα υγείας στην Ελλάδα περιορίζεται από τα προβλήματα διοικητικής ικανότητας του υπουργείου Υγείας και των περιφερειακών δομών του. Οι δομές και οι αρμοδιότητες είναι κατακερματισμένες, περιχαρακωμένες και παρεμποδίζονται από άκαμπτες διαδικασίες, υπερβολική γραφειοκρατία και πολυνομία που δεν εφαρμόζεται. Οι τεχνικές δυνατότητες είναι περιορισμένες, με κακή διοίκηση ανθρώπινου δυναμικού, με χαμηλές δυνατότητες των δημοσίων υπαλλήλων και με δυσκολίες προσέλκυσης εξειδικευμένου προσωπικού. Παράλληλα, έχουν υπάρξει σημαντικές αλλαγές στο επίπεδο των διευθυντικών στελεχών κατά τα τελευταία έτη, με αποτέλεσμα τη διάρρηξη του συνεκτικού ιστού μεταξύ της πολιτικής ηγεσίας, των υπηρεσιών του Υπουργείου και των περιφερειακών του δομών. 

Το υπουργείο Υγείας διαπιστώνει πως διαθέτει μικρή ή καθόλου επιρροή στον ιδιωτικό τομέα υγείας, ο οποίος παραμένει σε μεγάλο βαθμό αρρύθμιστος και "κυριαρχείται από ομάδες συμφερόντων". Οι δημοσιονομικοί περιορισμοί κατά τα τελευταία χρόνια έχουν διαβρώσει περαιτέρω αυτή την επιρροή και αντιθέτως, έχουν ενισχύσει την επιρροή των επαγγελματιών και των προμηθευτών υγείας. 

"Αυτό εξηγεί - κατά ένα μέρος - την αυξημένη φαρμακευτική δαπάνη: τα φάρμακα αποτελούν ένα υψηλό και αναμφισβήτητα υπερβολικό ποσοστό της δαπάνης φροντίδας υγείας, με υψηλό κόστος ιδίων πληρωμών και με σχετική περιθωριοποίηση των γενοσήμων", επισημαίνει η έκθεση.

Έλλειψη τεκμηρίωσης
Στο υπουργείο Υγείας, όπως και στο σύνολο του τομέα υγείας, υπάρχει έλλειψη κουλτούρας λήψης τεκμηριωμένων αποφάσεων. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, είναι η αντίφαση του υπερτονισμού ως προς την έλλειψη ιατρικού προσωπικού που δεσπόζει στις ομιλίες των υπευθύνων για τη λήψη αποφάσεων, με την πραγματικότητα της υπερπροσφοράς, η οποία πλέον έχει τεκμηριωθεί επαρκώς.

Η παντελής έλλειψη στρατηγικών πληροφοριών κατά τα τελευταία χρόνια καταδεικνύεται από την απουσία στοιχείων για την Ελλάδα στις βάσεις δεδομένων του ΟΟΣΑ (Υγεία με μια ματιά: Ευρώπη 2014), σχετικά με δείκτες που παρέχουν κρίσιμες πληροφορίες για την απόδοση του συστήματος φροντίδας υγείας, όπως: το ποσοστό χειρουργικών επεμβάσεων καταρράκτη που εκτελούνται ως περιστατικά ημέρας, η εξέλιξη της κατανάλωσης αντιδιαβητικών και αντικαταθλιπτικών φαρμάκων, το προσδόκιμο επιβίωσης για τον καρκίνο του μαστού, τα ποσοστά θνησιμότητας νοσηλευομένων μετά από καρδιακή προσβολή, οι εισαγωγές στο νοσοκομείο λόγω διαβήτη ή άσθματος, ο εμβολιασμός των ηλικιωμένων κατά της εποχικής γρίπης, οι χρόνοι αναμονής για εγχείρηση καταρράκτη ή για αντικατάσταση ισχίου. 

Η πολιτική ηγεσία παρατήρησε πρόσφατη πρόοδο στη χρήση βασικής πληροφόρησης, π.χ. στην κατανομή του ανθρώπινου δυναμικού, τη χαρτογράφηση των υποδομών παροχής υπηρεσιών ή τη χρήση διαγνωστικών και φαρμακευτικών προϊόντων.

Σημειώνει πως "η διαμόρφωση ενός Εθνικού Σχεδίου Μεταρρυθμίσεων για τον τομέα, το σχέδιο "100 σημεία δράσης για την Καθολική Κάλυψη" (ενισχυμένο και συνδεδεμένο κατά ένα μέρος με μέτρα που συμφωνήθηκαν από το Ελληνικό Κοινοβούλιο με αφορμή την ψήφιση του 3ου Μνημονίου) παρέχει ένα πλαίσιο για τη μεταρρύθμιση του τομέα υγείας, το οποίο κινείται πέραν των δημοσιονομικών περιορισμών. Το Εθνικό Σχέδιο Μεταρρυθμίσεων επικεντρώνεται στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις του μοντέλου παροχής υγειονομικής περίθαλψης, στη χρηματοδότηση και τη διακυβέρνησή του, με σκοπό να κινηθεί προς την Καθολική Κάλυψη του ελληνικού πληθυσμού. Παρέχει το πλαίσιο για την επιχειρηματολογία και τον κοινωνικό διάλογο αναφορικά με την υιοθέτηση των απολύτως αναγκαίων πολιτικών και των αντίστοιχων στρατηγικών και επιχειρησιακών παρεμβάσεων που αφορούν στον τομέα της Υγείας". 
Και καταλήγει λέγοντας ότι "το Εθνικό Σχέδιο ... σηματοδοτεί μια μετάβαση από τον παλαιό συνδυασμό των «laissez-faire» προσεγγίσεων του ιδιωτικού τομέα και του συγκεντρωτικού τύπου διοίκησης και ελέγχου του ΕΣΥ, προς ένα πλαίσιο διακυβέρνησης που αφορά στον τομέα Υγείας συνολικά, δημόσιο και ιδιωτικό, χωρίς αποκλεισμούς, βασιζόμενο στη διαπραγμάτευση και τη ρύθμιση".