Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή εφαρμοσμένων μαθηματικών Κράις Μπάουχ του Πανεπιστημίου του Γουότερλου στον Καναδά και τον Ρίτσαρντ ΜακΈρλιθ του Ινστιτούτου Εξελικτικής Ανθρωπολογίας Μαξ Πλανκ στη Γερμανία, μελέτησαν διάφορους παράγοντες (κοινωνικούς, δημογραφικούς, υγείας κ.ά.), που συνέβαλαν στη σταδιακή επικράτηση της μονογαμίας μεταξύ των ανθρώπων.

Βασίστηκαν σε μαθηματικές προσομοιώσεις σε υπολογιστές και τα ευρήματα δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό "Nature Communications". Προϊστορικά οι περισσότερες κοινωνίες ήταν πολυγαμικές, καθώς συνήθως οι άνδρες μπορούσαν να ζευγαρώσουν με πολλές γυναίκες και έτσι να αυξήσουν τον αριθμό των απογόνων τους. Αυτή η πρακτική ήταν διαδεδομένη μεταξύ των μικρών ομάδων των κυνηγών - συλλεκτών, αλλά μειώθηκε δραστικά, όταν πια εμφανίσθηκε η γεωργία.

Η εμφάνιση της γεωργίας και η δημιουργία πυκνοκατοικημένων οικισμών είχαν ως συνέπεια την ανάπτυξη ευνοϊκών συνθηκών για την εύκολη μετάδοση λοιμώξεων μέσω της σεξουαλικής επαφής (σύφιλη, γονόρροια, χλαμύδια κ.ά.).

Σύμφωνα με τη νέα μελέτη, όταν μια κοινωνία μεγαλώνει στα περίπου 300 σεξουαλικά ώριμα άτομα, τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα γίνονται ενδημικά στον πληθυσμό, μειώνοντας τον ρυθμό αναπαραγωγής. Αυτό ευνοεί την ανάδυση της μονογαμίας, σε βαθμό που οι πολυγαμικές πρακτικές τιμωρούνται, πλέον, ως απειλή για την ίδια την επιβίωση της κοινωνίας. Αντίθετα, κατά τους ερευνητές, σε μικρές ομάδες έως 30 σεξουαλικά ώριμων ατόμων, οι λοιμώξεις που μεταδίδονται μέσω του σεξ είναι σποραδικές και δεν γίνονται ενδημικές. Αυτό σημαίνει ότι δεν μειώνεται σημαντικά η αναπαραγωγή στην ομάδα και, έτσι, η πολυγαμία (δηλαδή, κατά βάση η πολυγυνία) παραμένει για καιρό η κυρίαρχη πρακτική.

Εκτός από τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, άλλοι παράγοντες που ενίσχυσαν τη μονογαμία, θεωρούνται οι μεταβαλλόμενες επιλογές των γυναικών, οι επιπτώσεις των τεχνολογικών καινοτομιών κ.ά.