Η ατζέντα της πολιτικής υγείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης τονίζει τη σημασία των περιβαλλοντικών και ποιοτικών παραγόντων σε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στα νοσοκομεία. Σε απάντηση στην οικονομική κρίση, τόσο η συγκράτηση του κόστους όσο και η βελτίωση των επιδόσεων του τομέα των νοσοκομείων της Ελλάδας, αποτελούν πλέον σημαντικό ζήτημα των συνολικών μεταρρυθμίσεων. 

Σε κοινή μελέτη των Πανεπιστημίων Αθήνας και Πειραιά, εξετάσαμε την αποδοτικότητα των 112 ελληνικών δημόσιων νοσοκομείων, εφαρμόζοντας τεχνικές περιορισμένης χρηματοδότησης "bootstrapping" και διερεύνηση της επίδρασης συγκυριακών παραγόντων στην αποτελεσματικότητα του νοσοκομείου. Επιπλέον, η επίδραση των ποιοτικών στοιχείων στην αποτελεσματικότητα του νοσοκομείου έχει διερευνηθεί με την εστίαση σε ένα υποσύνολο 28 μεγάλων νοσοκομείων. 

Οι ποιοτικές πτυχές των ελληνικών νοσοκομείων διερευνήθηκαν με την εφαρμογή δύο μοντέλων Ανάλυσης Δεδομένων (DEA), εμπλουτισμένων με τεχνικές bootstrapping, προκειμένου να αξιολογηθεί η σημασία των ποιοτικών διαστάσεων, στην αποτελεσματικότητα της βαθμολογίας των νοσοκομείων. Επιπλέον, με δύο ακόμη μοντέλα (Tobit) υπολογίζεται η αξιολόγηση της συμβολής συγκυριακών παραγόντων, στις βαθμολογίες αποδοτικότητας και την αποτελεσματικότητας. 

Αποτελέσματα
Η ανάλυση της απόδοσης έδειξε ότι μόνο το 23,2% των νοσοκομείων είναι πλήρως αποτελεσματικά (0,96 - 1,00), 37,5% είναι αποτελεσματικά (0,71 - 0,95), ενώ 39,3% είναι αναποτελεσματικά (0,30 - 0,70). Οι κατανομές τους είναι σημαντικά διαφορετικές (p-value <0,001). Οι περιβαλλοντικοί παράγοντες, που επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα, είναι το Ποσοστό Πληρότητας και η αναλογία μεταξύ των επισκέψεων στα εξωτερικά ιατρεία και των ημερών νοσηλείας. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η συμπερίληψη της Προσαρμογής κινδύνου στο ποσοστό Θνησιμότητας επηρεάζει σημαντικά (p-value <0,05) την αποτελεσματικότητα των νοσοκομείων. 

Συμπεράσματα
Στην εποχή της οικονομικής κρίσης, η συμπερίληψη των μεταβλητών ποιότητας και η χρήση των τεχνικών bootstrapping παρέχουν ένα ζωτικό πλαίσιο για την αξιολόγηση της αποτελεσματικότητας των νοσοκομείων.

Αναλυτικότερα, η μελέτη ανέλυσε την τεχνική αποτελεσματικότητα των νοσοκομείων με τη χρήση της μεθόδου DEA για 112 δημόσια νοσοκομεία στην Ελλάδα. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η πλειοψηφία των νοσοκομείων (30,4%) κατατάσσεται μεταξύ 0,51 και 0,7, ενώ λιγότερο από το ένα τέταρτο (23,2%) λειτουργούν στα όρια της αποτελεσματικότητας. 

Οι κύριοι προσδιοριστικοί παράγοντες της αποδοτικότητας των νοσοκομείων είναι η αξιολόγηση της πληρότητας και η αναλογία μεταξύ των επισκέψεων στα εξωτερικά ιατρεία και των ημερών νοσηλείας. Επιπλέον, η χρήση του bootstrap στην ανάλυση της αποδοτικότητας, επιβάλλει μια στατιστικά σημαντική επίδραση στην κατανομή των βαθμολογιών απόδοσης (ρ-τιμές <0,05). Επιπλέον, η προσθήκη του δείκτη ποιότητας επηρέασε σημαντικά την βαθμολογία αποτελεσματικότητας για ένα υποσύνολο 28 μεγάλων νοσοκομείων (ρ-τιμές <0,05).

Το πρακτικό συμπέρασμα πολιτικής αυτής της μελέτης είναι ότι, παρά τις δυσκολίες στον τομέα της υγείας στην Ελλάδα, είναι ορισμένα δημόσια νοσοκομεία που αποτελούν τους "οδηγούς" στο δρόμο για υψηλή παραγωγικότητα και αποδοτικότητα. Οι «βέλτιστες πρακτικές» τους πρέπει να προσδιορισθούν και να υιοθετηθούν από τα λιγότερο παραγωγικά νοσοκομεία

Επιπλέον, εντοπίζοντας σχεδόν το 10% των νοσοκομείων ως εντελώς αναποτελεσματικά, δημιουργούν ένα σημαντικό επιχείρημα σχετικά με την επανεξέταση του καθεστώτος λειτουργίας τους. Πιθανές προτάσεις περιλαμβάνουν τη διαχειριστική και οικονομική ενοποίηση των εν λόγω νοσοκομείων προκειμένου να επιτευχθούν καλύτερα αποτελέσματα απόδοσης ή ακόμα και τη μετατροπή τους σε κέντρα εξωνοσοκομειακής περίθαλψης. Έτσι θα άρουν μέρος του βάρους από τα εξωτερικά ιατρεία των πιο αποτελεσματικών νοσοκομείων. 

Οι προαναφερθείσες προτάσεις δεν θα πρέπει να ενσωματωθούν άκριτα στην τρέχουσα διαδικασία λήψης αποφάσεων, αλλά μάλλον θα πρέπει να ληφθούν υπόψη, και περιφερειακά και κοινωνικά θέματα. Τα μοντέλα προσαρμογής κινδύνου θα πρέπει να περιέχουν επαρκή κλινικά δεδομένα, όπως κλινικές και εργαστηριακές ενδείξεις, προκειμένου να παράγουν αρκετά ακριβείς δείκτες ποιότητας στα νοσοκομεία. Ως εκ τούτου, θεωρούμε ως περιορισμό στην παρούσα μελέτη το γεγονός ότι μόνο ο αριθμός των χειρουργικών επεμβάσεων εφαρμόζεται ως ποιοτικός δείκτης. Επιπλέον, αναγνωρίζοντας ότι η αποτελεσματικότητα των μεγάλων αστικών νοσοκομείων δεν μπορεί να επηρεαστεί εύκολα από δείκτες όπως ενδονοσοκομειακοί θάνατοι και χειρουργεία, θα ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρον να συμπεριληφθούν σχετικοί δείκτες που αφορούν τα μικρά ή μεσαίου μεγέθους νοσοκομεία. Επίσης, όταν το σύστημα μητρώου της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής, θα έχει ενημερωθεί πλήρως, μια δυναμική προσέγγιση στη μέτρηση της απόδοσης των ελληνικών νοσοκομείων στα χρόνια της οικονομικής κρίσης (2009-2015), θα μπορούσε να επιδιωχθεί παρέχοντας χρήσιμες συστάσεις πολιτικής υγείας.

Ο κ. Γιάννης Υφαντόπουλος είναι καθηγητής του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών- η μελέτη δημοσιεύεται στο τελευταίο τεύχος του Journal of Hospital Administration