Οι δαπάνες υγείας στην Ελλάδα για την περίοδο 2000-2009 αυξάνονταν κατά 5,7% ετησίως σε πραγματικούς όρους, ενώ η ετήσια μείωση στα χρόνια του Μνημονίου ήταν της τάξεως του 11%, με τον πρόσθετο περιορισμό ότι οι συνολικές δημόσιες δαπάνες δεν θα υπερβαίνουν το 6% του ΑΕΠ ετησίως. Ένα επαρκές πολιτικό σύστημα θα συνειδητοποιούσε αμέσως την διττή ανάγκη αποδοτικότερης διαχείρισης των υφιστάμενων πόρων και τον σχεδιασμό ενός νέου ισοζυγίου κατανομής δαπανών μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, λαμβάνοντας υπόψη και την σχετική διεθνή εμπειρία.    

Τριάντα χρόνια μετά τη θέσπιση του Εθνικού Συστήματος Υγείας, η χώρα έχει  πλέον περιέλθει σε μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται από μια μεγάλη αντίφαση. Από τη μια μεριά έχουμε δημιουργήσει ένα επαρκέστατο δίκτυο υποδομών υγείας σε όλη τη χώρα. Από την άλλη μεριά, υπάρχει πλήρης αδυναμία οριστικοποίησης ενός μοντέλου διοίκησης – οργάνωσης – λειτουργίας του δημοσίου τομέα υγείας, τόσο σε κεντρικό όσο και περιφερειακό επίπεδο. Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι η παροχή υποβαθμισμένων και κοινωνικά άνισων υπηρεσιών υγείας. Από την μια μεριά ο δημόσιος τομέας με το προβληματικό ΕΣΥ και από την άλλη ένας ανεξέλεγκτος ιδιωτικός τομέας, συνθέτουν ένα μη αποδοτικό και αναποτελεσματικό σύστημα υγείας. Το γεγονός αυτό συντηρείται και αναπαράγεται από τον κατακερματισμό και τις ανισότητες της κοινωνικής ασφάλισης, την υποβάθμιση της δημόσιας υγείας και της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας και Πρόληψης, την έξαρση της παραοικονομίας, την προκλητή ζήτηση και υπερκατανάλωση ιατρικών υπηρεσιών και φαρμάκων, τον πληθωρισμό των γιατρών, την αντιδεοντολογική αντιμετώπιση των ασθενών.

Μια αναλυτική παράθεση των προβλημάτων του τομέα υγείας στην Ελλάδα θα οδηγούσε στα παρακάτω ευρήματα:
•    Το ελληνικό σύστημα υγείας βασίζεται σε ξεπερασμένες δομές και μεθόδους οργάνωσης και λειτουργίας.
•    Στην Ελλάδα λειτουργούν δύο παράλληλα συστήματα υγείας, ένα δημόσιο και ένα ιδιωτικό, χωρίς επικοινωνία και συντονισμό.
•    Το σύστημα υγείας δεν εξασφαλίζει την συνέχεια της ιατρικής φροντίδας, ούτε την επικοινωνία μεταξύ των γιατρών ή μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα.
•    Δεν υπάρχει ένα οργανωμένο σύστημα πρωτοβάθμιας περίθαλψης.
•    Οι ασθενείς δεν έχουν την δυνατότητα να μεγιστοποιήσουν τα αποτελέσματα των ιατρικών υπηρεσιών  συνδυάζοντας τις παροχές του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα.      
•    Η Ελλάδα στερείται ενός επαρκούς ρυθμιστικού πλαισίου της λειτουργίας του ιδιωτικού τομέα, με αποτέλεσμα την υποβάθμιση των υπηρεσιών και την υπερβολική ανάπτυξη των διαγνωστικών κέντρων.
•    Τα κρατικά νοσοκομεία έχουν παραμείνει σε αρχαϊκά συστήματα οργάνωσης και λειτουργίας, με αποτέλεσμα την υποβάθμιση των υπηρεσιών και την δυσαρέσκεια των ασθενών.
•    Οι κατά κεφαλή δαπάνες για την υγεία αυξάνονται διαχρονικά, και βαρύνουν κατά το ήμισυ περίπου τα πορτοφόλια των πολιτών (το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ).
•    Οι πολίτες με χαμηλά εισοδήματα ξοδεύουν ένα αναλογικά μεγαλύτερο τμήμα του εισοδήματός τους για δαπάνες υγείας, σε σύγκριση με τα μεσαία ή υψηλά εισοδηματικά κλιμάκια.

•    Η παραγωγικότητα των υπηρεσιών των κρατικών νοσοκομείων φθίνει διαχρονικά. 

Όσον αφορά τις μελλοντικές εξελίξεις στον τομέα των δαπανών υγείας, οι εκτιμήσεις είναι ιδιαίτερα απαισιόδοξες. Οι δαπάνες υγείας θα ακολουθήσουν έντονα αυξητικές τάσεις διότι διεθνώς δημιουργείται ένα νέο σκηνικό με την εμφάνιση νέων παραγόντων, όπως: γήρανση του πληθυσμού, καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, υποβάθμιση της διατροφής, έξαρση της κατανάλωσης εξαρτησιογόνων ουσιών, κλπ.

Από τα παραπάνω συνάγονται τα εξής συμπεράσματα:
Α. Η τρέχουσα κατάσταση στον τομέα υγείας της χώρας μας έχει οδηγηθεί σε  αδιέξοδο, παρά το γεγονός ότι η κοινωνία έχει διαθέσει επαρκέστατους πόρους για την δημιουργία υποδομών στο τομέα της υγείας, και
Β. Οι αναμενόμενες δαπάνες υγείας θα έχουν έντονα αυξητικές τάσεις μακροπρόθεσμα. Η αγνόηση του προβλήματος θα έχει τις ίδιες οδυνηρές συνέπειες με αυτές που προέκυψαν πρόσφατα στον τομέα των συντάξεων, επειδή και εκεί δεν έγινε καμία σοβαρή μεταρρύθμιση στα σαράντα χρόνια της μεταπολίτευσης.             

Ακόμα και χωρίς τις απαιτήσεις του Μνημονίου, η ανεξέλεγκτη σπατάλη στον τομέα της υγείας πρέπει να τεθεί υπό έλεγχο και, ταυτόχρονα, να τεθούν οι βάσεις για ένα νέο σύστημα υγείας που θα περιορίζει τις αυξητικές τάσεις των δαπανών στο μέλλον. Το μέγεθος των δημόσιων δαπανών υγείας, η χρηματοδότηση τους, και τα περιθώρια που υπάρχουν για την επίτευξη του ίδιου ή καλύτερου υγειονομικού αποτελέσματος με βάση τους υφιστάμενους πόρους (βελτίωση αποδοτικότητας), καθιστούν τον εκσυγχρονισμό του συστήματος υγείας αποφασιστικής σημασίας για την μακροχρόνια πορεία των συνολικών δαπανών του δημοσίου.

Η μεταρρύθμιση του συστήματος υγείας πρέπει να συντελέσει στην  οργανωτική και λειτουργική του ανασυγκρότηση, ούτως ώστε, με δεδομένους τους υφιστάμενους πόρους, να μειωθεί σταδιακά η σπατάλη και οι πόροι που εξοικονομούνται να διατεθούν σε ένα πιο αποδοτικό σύστημα αμοιβών των γιατρών των κρατικών νοσοκομείων, με στόχο την μεγιστοποίηση της παραγωγής ιατρικών υπηρεσιών και την βελτίωση της ποιότητας των παρεχόμενων υπηρεσιών. 

Για την επίτευξη των στόχων αυτών αναπτύσσεται ένας επιχειρησιακός σχεδιασμός του τομέα υγείας, με βάση τους παρακάτω τρεις άξονες παρεμβάσεων:

Στην πλευρά της Προσφοράς υπηρεσιών υγείας, προτείνεται η δημιουργία ενός νέου ΝΠΔΔ, του «ΕΣΥ ΝΠΔΔ», το οποίο θα αναλάβει την αναδιοργάνωση, διοίκηση και αποδοτική λειτουργία των κρατικών νοσοκομείων. Ταυτόχρονα, θα οργανωθεί ένα πλήρες δίκτυο Προσωπικών Γιατρών που θα καλύπτει το σύνολο του πληθυσμού για πρωτοβάθμιες υπηρεσίες υγείας, με βάση συμβάσεις (ατομικές ή ομαδικές) που θα συνάπτουν με το ΕΣΥ ΝΠΔΔ.

Στην πλευρά της Ζήτησης, έχει ήδη γίνει το πρώτο θετικό βήμα με την δημιουργία του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (ΕΟΠΥΥ), με την απόσχιση και απορρόφηση των Κλάδων Υγείας των Ασφαλιστικών Ταμείων. Το ενιαίο ταμείο υγείας θα «αγοράζει» υπηρεσίες υγείας τόσο από τον δημόσιο όσο και τον ιδιωτικό τομέα, με βάση την ποιότητα και το κόστος.

Το Υπουργείο Υγείας θα πρέπει να αναδιοργανωθεί και να επικεντρωθεί στην εκπόνηση και επεξεργασία πολιτικής υγείας, στην εποπτεία του τομέα υγείας της χώρας, καθώς και στην πιστοποίηση όλων των δημόσιων και ιδιωτικών προμηθευτών υγείας,  χωρίς να ασχολείται πλέον με την διοίκηση των δημόσιων νοσοκομείων. 

Αναδιοργάνωση της Προσφοράς 

Οι οργανωτικές παρεμβάσεις αφορούν στα εξής επιχειρησιακά θέματα: 
1.    Οργάνωση της κεντρικής και περιφερειακής διοίκησης του ΕΣΥ.
2.    Μεγιστοποίηση παραγωγής των κρατικών νοσοκομείων.
3.    Εκσυγχρονισμός οργάνωσης και λειτουργίας πρωτοβάθμιας  περίθαλψης.

Συνοπτικά, τα προτεινόμενα μέτρα είναι τα εξής:          
•    Εκπόνηση μακροπρόθεσμου σχεδίου για τον περιορισμό του αριθμού των γιατρών
•    Συνεργασία του Υπουργείου Υγείας με σχετικούς ευρωπαϊκούς οργανισμούς για την ταχεία και αμερόληπτη πιστοποίηση όλων των προμηθευτών υγείας: δημόσιων και ιδιωτικών 
•    Θέσπιση μόνιμης διαδικασίας περιοδικής αξιολόγησης του συνόλου του ιατρικού δυναμικού της χώρας, με ευθύνη του Υπουργείου Υγείας.
•    Θέσπιση ενός νέου και εξειδικευμένου οργανισμού, του ΕΣΥ ΝΠΔΔ,  το οποίο θα αναλάβει την οργάνωση, διοίκηση και λειτουργία όλης της Προσφοράς Δημόσιων Υπηρεσιών Υγείας: Κρατικών νοσοκομείων, Μονάδων πρωτοβάθμιας περίθαλψης, και Δίκτυου Προσωπικών Γιατρών.
•    Η νομική μορφή των νοσοκομείων θα πρέπει να είναι αυτή του ΝΠΙΔ Μη Κερδοσκοπικού χαρακτήρα.

•    Η πλήρης μηχανοργάνωση των νοσοκομείων όσο και η λειτουργία ενός νέου ηλεκτρονικού συστήματος προμηθειών του τομέα υγείας μπορούν να ολοκληρωθούν σε λιγότερο από ένα έτος.
•    Κίνητρα οικονομικής και κλινικής αποδοτικότητας  που θα διαφοροποιήσουν τις αμοιβές των γιατρών και των διοικητικών υπαλλήλων, με στόχο την αύξηση παραγωγικότητας.
•    Τεχνοκρατική στελέχωση των διοικήσεων των νοσοκομείων.
•    Οι πόροι που θα εξοικονομούνται με την νέα δομή του ΕΣΥ θα πρέπει να δίδονται  στους γιατρούς και το λοιπό νοσηλευτικό προσωπικό, με βάση τις προδιαγραφές ενός νέου μισθολογίου.
•    Ένα πλήρες σύστημα ολοκληρωμένης πρωτοβάθμιας  φροντίδας υγείας υποστηριζόμενο από πληροφοριακό σύστημα με 9 υπο-συστήματα για: 

  1. Κεντρική Διαχείριση και Προμήθειες
  2. Οικονομική Διαχείριση 
  3. Μητρώο Δικαιούχων - Κάρτα Υγείας 
  4. Διαχείριση Ανθρώπινων Πόρων 
  5. Ιατρικός Φάκελος - Προσωπικοί Γιατροί 
  6. Νοσοκομειακή Περίθαλψη 
  7. Διαχείριση Ζήτησης Υπηρεσιών Υγείας 
  8. Διαχείριση Φαρμάκων 
  9. Διαχείριση Βιοϊατρικής Τεχνολογίας 

•    Οργάνωση εθνικού δικτύου Προσωπικών Γιατρών. Οι Προσωπικοί Γιατροί θα μπορούν να εργάζονται είτε ατομικά είτε σε κοινοπραξίες, θα διαθέτουν απαραιτήτως πιστοποιημένες ιατρικές και πληροφοριακές υποδομές, και θα είναι ανεξάρτητοι επαγγελματίες και θα έχουν συμβάσεις έργου με το ΕΣΥ ΝΠΔΔ. 
•    Τα διαγνωστικά κέντρα του ΕΣΥ ΝΠΔΔ περιλαμβάνουν τα εξωτερικά ιατρεία των δημόσιων νοσοκομείων, τα κέντρα υγείας των ασφαλιστικών ταμείων, και τα αγροτικά ιατρεία. Ορισμένα από τα υφιστάμενα κέντρα υγείας των ασφαλιστικών ταμείων ή των αγροτικών ιατρείων θα μπορούσαν να παραχωρηθούν σε κοινοπραξίες των υφιστάμενων γιατρών με την μορφή Leasing του κτιρίου και του εξοπλισμού και να λειτουργούν πλέον ως ιδιωτικές εταιρίες
•    Μοντέλο Πρωτοβάθμιας Μονάδας Υγείας του ΕΣΥ ΝΠΔΔ . Όλες οι Μονάδες Πρωτοβάθμιας Περίθαλψης του ΕΣΥ θα οργανωθούν και θα λειτουργούν με το ίδιο μοντέλο. 
•    Η παραπομπή των ασθενών από τους Προσωπικούς Γιατρούς στους συμβεβλημένους γιατρούς ειδικοτήτων και στα συμβεβλημένα διαγνωστικά κέντρα ή στα νοσοκομεία, δημόσια και ιδιωτικά, θα γίνεται μέσω του Εθνικού  Ηλεκτρονικού Συστήματος Ιατρικών Επισκέψεων, το οποίο θα διαθέτει μητρώα των προσωπικών γιατρών, των  συμβεβλημένων γιατρών ειδικοτήτων, των διαγνωστικών κέντρων και των νοσοκομείων σε όλη την χώρα.  
•    Το ίδιο Ηλεκτρονικό Σύστημα θα αναλάβει και την κατανομή των ασθενών στα νοσοκομεία με βάση την διαθεσιμότητά τους σε κλίνες, και έτσι θα συμβάλλει στην εξάλειψη του φαινομένου των ράντζων και των ουρών. 

Αναδιοργάνωση της Ζήτησης 

Η εξαιρετικά θετική εξέλιξη της δημιουργίας του ΕΟΠΥΥ θα πρέπει να ενισχυθεί με σειρά παρεμβάσεων που θα εξυπηρετούν τους παρακάτω στόχους: 

1.    Σύγκλιση και αναβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών  υγείας
2.    Ενιαία πολιτική  και διαδικασίες για την αγορά υπηρεσιών    υγείας
3.    Ορθολογική διαχείριση των διαθέσιμων πόρων.

Συνοπτικά, τα προτεινόμενα μέτρα είναι:
•    Ενιαίο Πακέτο Παροχών Υγείας, για όλους τους ασφαλισμένους 
•    Χρήση του Ηλεκτρονικού Συστήματος Ιατρικών Επισκέψεων, για την διευκόλυνση της πρόσβασης των ασθενών σε γιατρούς ειδικοτήτων, διαγνωστικά κέντρα και νοσοκομεία, καθώς και διατήρηση του ιατρικού ιστορικού σε ηλεκτρονικά αρχεία 
•    Ατομική Κάρτα Υγείας
•    Έρευνα Αγοράς για την Ικανοποίηση των Ασφαλισμένων, η οποία θα πρέπει να διενεργείται κάθε δύο χρόνια.
•    Οι αγορές υπηρεσιών υγείας εκ μέρους του ΕΟΠΠΥ θα πρέπει να γίνονται με στόχο την εξασφάλιση ταχείας πρόσβασης σε ποιοτικές υπηρεσίες, με συμφωνημένες τιμές εκ των προτέρων.
•    Η διαδικασία αγορών θα πρέπει να είναι ανοιχτή, και οι τιμές των υπηρεσιών υγείας θα προκύπτουν από ανοιχτούς διαγωνισμούς  για συγκεκριμένες ποσότητες υπηρεσιών που προσφέρονται από δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς υγείας.
•    Σταδιακή μείωση του ρόλου του «κρατικού τιμολογίου» για τις υπηρεσίες υγείας.
•    Ο ΕΟΠΠΥ θα αποκτήσει πρωτογενή έλεγχο στις παραπομπές προς τα δημόσια και ιδιωτικά διαγνωστικά κέντρα και θα παρακολουθεί σε ημερήσια βάση τις οικονομικές συναλλαγές, σε όλη την χώρα.
•    Κεντρική Μονάδα Επεξεργασίας Συνταγών Φαρμάκων
•    Σύστημα Οικονομικής Διαχείρισης Νοσηλευτικών Πράξεων. Με το πρόγραμμα αυτό ο ΕΟΠΠΥ θα συνδεθεί On Line με τα νοσοκομεία (δημόσια και ιδιωτικά) και θα ενημερώνεται, από το εξειδικευμένο προσωπικό που θα εγκαταστήσει στα νοσοκομεία αυτά, αναλυτικά για όλες τις νοσηλευτικές πράξεις, με στόχο τον περιορισμό της σπατάλης, την ταχεία οικονομική εκκαθάριση των λογαριασμών, και τη συγκριτική ανάλυση των υπηρεσιών που αγοράζει. 
•    Ο ΕΟΠΥΥ συντάσσει ετήσιους προϋπολογισμούς με μηδενικά ελλείμματα, καθώς και μελέτες μακροχρόνιας αναλογιστικής ισορροπίας του συστήματος υγείας της χώρας. 


Η κ. Άννα Διαμαντοπούλου είναι Πρόεδρος του Δικτύου για τη Μεταρρύθμιση στην Ελλάδα και την Ευρώπη, π. Επίτροπος Απασχόλησης & Κοινωνικών Υποθέσεων στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή (1999-2004), π.Υπουργός Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης & Θρησκευμάτων και π.Υπουργός Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας (2009-2012).