Την ώρα που οι περισσότεροι άνθρωποι - κυρίως γυναίκες - αγωνίζονται να χάσουν τα περιττά κιλά, υπό την "απειλή" της εμφάνισης με μαγιό, μια νέα έρευνα αναλύει το φαινόμενο δίαιτες και δείχνει ότι η ρίζα του προβλήματος δεν είναι στη θέληση κάποιου να αδυνατίσει, αλλά στη νευροεπιστήμη.

Ναι, καλά διαβάσατε. Οι ερευνητές εξηγούν ότι η μεταβολική καταστολή είναι ο τρόπος που έχει ο εγκέφαλος, το μυαλό μας, για να κρατάει το σώμα σε ένα συγκεκριμένο βάρος. Αυτό το βάρος ποικίλλει, φυσικά, από άνθρωπο σε άνθρωπο και αποφασίζεται από τα γονίδια και από τον τρόπο ζωής. Όταν κάποιος που κάνει δίαιτα αδυνατίσει, αφενός αρχίζει να καίει λιγότερες θερμίδες, αφετέρου ο οργανισμός του παράγει περισσότερες ορμόνες, που σχετίζονται με το αίσθημα της πείνας και βλέπει το φαγητό σαν ανταμοιβή. Επιπλέον, εάν κάποιος είναι για καιρό σε κάποια κιλά - λίγα ή πολλά παραπάνω από αυτά που ενδείκνυνται για την περίπτωσή του δεν έχει σημασία - ο οργανισμός "σοκάρεται" και αρνείται πεισματικά να τον αφήσει να τα χάσει. Ουσιαστικά μπαίνει σε κατάσταση συναγερμού, χρησιμοποιώντας ένα σωρό διεργασίες, προκειμένου να επαναφέρει το άτομο στα προηγούμενα κιλά.

Είναι αυτός, ακριβώς, ο τρόπος που λειτουργεί ο εγκέφαλος, που δυσχεραίνει την προσπάθεια κάποιου να χάσει βάρος ή, κι αν αδυνατίσει, να μην καταφέρει να διατηρήσει επί μακρόν τα νέα του κιλά. Για παράδειγμα, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, οι παχύσαρκοι άνδρες έχουν μόλις 1 στις 1.290 πιθανότητες να φτάσουν στο λεγόμενο φυσιολογικό βάρος μέσα σε διάστημα δώδεκα μηνών, ενός χρόνου. Οι παχύσαρκες γυναίκες έχουν 1 στις 677 πιθανότητες. Κι ακόμη κι αυτοί που βγαίνουν νικητές στη "μάχη της ζυγαριάς", καταλήγουν να ξαναπαίρνουν τα κιλά που έχασαν πέντε χρόνια μετά. Ακόμη και η βιομηχανία αδυνατίσματος συμφωνεί ότι η απώλεια κιλών σπάνια διατηρείται. Επίσημη αναφορά σημείωνε σχετικά ότι το 2002, 231 εκατομμύρια Ευρωπαίοι δοκίμασαν κάποιας μορφής δίαιτα. Από αυτούς μόλις 1% κατάφερε να παραμείνει αδύνατος στα χρόνια που ακολούθησαν.

Γιατί, όμως, οι δίαιτες οδηγούν στην αύξηση βάρους; Καταρχάς η δίαιτα δεν είναι μια απλή διαδικασία, είναι πολύ στρεσογόνα κατάσταση. Οι περιορισμοί στον αριθμό και στην ποιότητα των θερμίδων συμβάλλουν στην παραγωγή ορμονών του στρες, οι οποίες, με τη σειρά τους, προκαλούν αύξηση του κοιλιακού λίπους, το οποίο, μάλιστα, είναι γνωστό ότι συνδέεται με την εμφάνιση διαβήτη και καρδιαγγειακών νοσημάτων, άσχετα με το νούμερο που δείχνει η ζυγαριά. Επιπλέον το άγχος για την απώλεια κιλών και οι δίαιτες προκαλούν διάθεση για τσιμπολογήματα, τα οποία είναι "ένοχα" για αύξηση του σωματικού βάρους.

Οι νευροεπιστήμονες επιμένουν ότι η κουλτούρα αδυνατίσματος των αναπτυγμένων λαών πρέπει να αλλάξει. Όπως λένε χαρακτηριστικά, το κάπνισμα, η υπέρταση, η απουσία άσκησης, η μοναξιά και το χαμηλό εισόδημα σχετίζονται πολύ περισσότερο με την απειλή του θανάτου, από ό,τι η παχυσαρκία