Η θνησιμότητα από καρκίνο έχει φθάσει στα επίπεδα του 1970, μόνο το 61% του πληθυσμού άνω των 50 ετών έχουν κάποιον να στηριχθούν "στα δύσκολα", καπνίζουμε πολύ, είμαστε υπέρβαροι, άνεργοι και τα καρδιαγγειακά και το AIDS αυξάνονται αντί να μειώνονται.

Παραμένουμε πρώτοι στα τροχαία ατυχήματα και δεν έχουμε εργαζόμενους να στηρίξουν τους ηλικιωμένους, ενώ η Μεσογειακή διατροφή, τείνει να γίνει είδος προς... εξαφάνιση.
Τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από πρόσφατη δημοσίευση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας σχετικά με την υγεία και ευημερία το 2016 στην Ελλάδα.

Όπως αναφέρει  η έκθεση, ιστορικά, η κατάσταση της υγείας του πληθυσμού στην Ελλάδα ήταν μεταξύ των καλύτερων του ΠΟΥ στην Ευρώπη, αλλά οι βελτιώσεις σε άλλες χώρες την άφησαν πίσω ιδίως σε ότι αφορά παθήσεις του κυκλοφορικού συστήματος και καρκίνους, ακόμη και πριν από την οικονομική κρίση. Τα ποσοστά καπνίσματος παραμένουν τα υψηλότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), όπως και η θνησιμότητα από τροχαία ατυχήματα.

Ένα πιθανό προειδοποιητικό σημάδι για το μέλλον είναι μια αξιοσημείωτη αύξηση του HIV τα τελευταία χρόνια. 

Το σύστημα υγείας είναι περίπλοκο και κατακερματισμένο και αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις άμεσα, λόγω της βαρύτητας της οικονομικής κρίσης της χώρας. Μακροπρόθεσμα, η χώρα αναμένεται να έχει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά εξάρτησης των ηλικιωμένων - εργαζόμενων στην ΕΕ. 

Η οικονομική κρίση αποδείχθηκε δίκοπο μαχαίρι, ασκώντας μεγάλες πιέσεις στα νοικοκυριά και στις δημόσιες δαπάνες για την υγεία, αλλά ταυτόχρονα προκάλεσε τη δυναμική για να εφαρμοστούν μεταρρυθμίσεις στο σύστημα υγείας που συζητιούνται εδώ και χρόνια. Η άμεση επίπτωση για τον πληθυσμό ωστόσο, ήταν η μείωση της κάλυψης και πολλά διαρθρωτικά ζητήματα που μένει ακόμη  να αντιμετωπιστούν.

Η έκδοση αυτή του ΠΟΥ συνοψίζει το προφίλ της υγείας και ευημερίας στην Ελλάδα. Δείχνει πώς η χώρα προχωρά προς την κατεύθυνση των στόχων που τέθηκαν από τον ΠΟΥ σύμφωνα με το πρόγραμμα " Υγεία το 2020", και περιγράφει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της υγείας στη χώρα και την πολιτική που ασκείται.  Το πρόγραμμα Υγεία 2020 αποσκοπεί στην υποστήριξη ενεργειών κυβερνήσεων και κοινωνίας για σημαντική βελτίωση της υγείας και ευημερίας των πληθυσμών, για μείωση των ανισοτήτων στην υγεία, ενίσχυση της δημόσιας υγείας και διασφάλιση ασθενοκεντρικών συστημάτων υγείας με παροχές καθολικές, δίκαιες, βιώσιμες και υψηλής ποιότητας. Τα ευρωπαϊκά κράτη μέλη συμφώνησαν σε ένα σύνολο βασικών δεικτών για την παρακολούθηση της προόδου προς την επίτευξη των στόχων Υγείας το 2020. 

Στην Ελλάδα, οι 10 από τους 19 βασικούς δείκτες δείχνουν τάσεις βελτίωσης, αλλά υπάρχει επιδείνωση των τάσεων για τρεις δείκτες: τα ποσοστά του υπέρβαρου πληθυσμού, το ποσοστό ανεργίας και ο συντελεστής για την κατανομή του εισοδήματος. 

Η χώρα βρίσκεται σε καλό δρόμο για την επίτευξη του στόχου μείωσης της πρόωρης θνησιμότητας από 4 μεγάλες μη μεταδοτικές ασθένειες (καρδιαγγειακές παθήσεις, καρκίνο, σακχαρώδη διαβήτη και χρόνιες αναπνευστικές παθήσεις), αλλά όχι για τις ασθένειες του πεπτικού συστήματος. Η ικανοποίηση από τη ζωή, η μέτρηση της υποκειμενικής ευημερίας, είναι χαμηλότερη στην Ελλάδα από ό, τι οι μέσοι όροι στις χώρες της ΕΕ πριν το Μάιο του 2004 (ΕΕ-15). 

Μεταξύ αντικειμενικών μετρήσεων της ευημερίας, το 61% των ατόμων ηλικίας άνω των 50 ετών στην Ελλάδα ανέφεραν ότι είχαν συγγενείς ή φίλους στους οποίους μπορούν να υπολογίζουν όταν υπάρχει πρόβλημα, ποσοστό από τα χαμηλότερα στην περιοχή. 

Όπως προαναφέρθηκε, η χώρα έχει μείνει πίσω ιδίως σε ότι αφορά παθήσεις του κυκλοφορικού συστήματος και τους καρκίνους, ακόμη και πριν από την οικονομική κρίση. Για τον καρκίνο, τα ποσοστά θνησιμότητας στην Ελλάδα είναι υψηλότερα τώρα από ό, τι το 1970, σε αντίθεση με την πτώση των ποσοστών αλλού στην Ευρώπη και παρά κάποιες πρόσφατες βελτιώσεις. Οι λόγοι είναι δύσκολο να εντοπιστούν και είναι πιθανό να οφείλονται σε ένα συνδυασμό παραγόντων που αφορούν τα άτομα, το ευρύτερο σύστημα υγείας και τη συνολική κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας.

Παράγοντες κινδύνου
 Μεταξύ των παραγόντων κινδύνου, το κάπνισμα, παραμένει στις υψηλότερες θέσεις μεταξύ των χωρών της ΕΕ. Ο επιπολασμός της παιδικής παχυσαρκίας είναι παραδόξως, από τους υψηλότερους στην Ευρώπη, παρά το πρότυπο της μεσογειακής διατροφής. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι η μεσογειακή διατροφή είναι υπό εξαφάνιση, ιδίως μεταξύ των παιδιών και εφήβων που ακολουθούν μια πιο δυτικότροπη διατροφή. Τα προστατευτικά οφέλη της παραδοσιακής διατροφής στην Ελλάδα, που έχουν περιγραφεί πολλές φορές στο παρελθόν, δεν εμφανίζονται σήμερα ούτε στις αιτίες θανάτου ούτε στην παχυσαρκία.

Μάλιστα, ο ΠΟΥ εκτιμά ότι το 2014, το 66% των ανδρών και 55% των γυναικών στην Ελλάδα ήταν υπέρβαροι, άνω του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής κρατών μελών για τα δύο φύλα και ιδιαίτερα για τους άνδρες. Οι εκτιμήσεις δείχνουν το κάπνισμα, την υψηλή αρτηριακή πίεση και τους διατροφικούς κινδύνους ως τους σημαντικότερους παράγοντες για το βάρος της ασθένειας στην Ελλάδα. Ένα άλλο ζήτημα ιδιαίτερα σημαντικό για τη θνησιμότητα είναι τα τροχαία ατυχήματα όπου η Ελλάδα έχει το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ και περισσότερο από το διπλάσιο του μέσου όρου της ΕΕ15. Επιπλέον, η συχνότητα εμφάνισης του ιού HIV / AIDS που έχει αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια.

Σύστημα υγείας
Το σύστημα υγείας στην Ελλάδα είναι περίπλοκο και κατακερματισμένο. Παρότι ιδρύθηκε το 1983, το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης δεν καταργήθηκε και τα δύο συστήματα συνέχισαν να υφίστανται παράλληλα. Αυτό έχει οδηγήσει σε διάφορα ταμεία και δομές, με διαφορετική πληθυσμιακή κάλυψη, ποσοστά εισφορών και πακέτα παροχών, με αποτέλεσμα αναποτελεσματική λειτουργία και άνισα αποτελέσματα. Ιστορικά, η μεταρρύθμιση στο ελληνικό σύστημα υγείας έχει επίσης αποδειχθεί δύσκολη και οι διαδοχικές μεταρρυθμίσεις δεν έχουν εφαρμοστεί στην πράξη. Σημαντικά στοιχεία του συστήματος υγείας εφαρμόστηκαν μόνο μερικώς ή και καθόλου, προκαλώντας προβλήματα κυρίως στην αδύναμη και κατακερματισμένη πρωτοβάθμια φροντίδα, έλλειψη μηχανισμών παραπομπής και τη συσσώρευση χρέους. Αυτές οι προκλήσεις για το σύστημα υγείας επιδεινώνεται από το δημογραφικό προφίλ της Ελλάδας. Το ποσοστό των ηλικιωμένων αυξάνεται ταχύτερα από ό, τι σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής, δίνοντας Ελλάδα ένα από τα υψηλότερα ποσοστά εξάρτησης των ηλικιωμένων σε σχέση με τον πληθυσμό σε ηλικία εργασίας στην ΕΕ. Με την οικονομική κρίση, η Ελλάδα γνώρισε μια σοβαρή οικονομική κρίση, με το πραγματικό ΑΕΠ να μειώνεται και κάτω από το μέσο όρο της υπόλοιπης ΕΕ. 

Μεταξύ του 2009 και του 2012, η κατά κεφαλήν δαπάνη υγείας μειώθηκε κατά 22%, ενώ οι δημόσιες δαπάνες μειώθηκαν ακόμη περισσότερο κατά 24%.

Έχοντας πληγεί από την οικονομική κρίση, οι άνθρωποι δεν μπόρεσαν να αντισταθμίσουν τις απώλειες με την αύξηση των ιδιωτικών δαπανών για την υγεία τους. Αντίθετα, και οι ιδιωτικές δαπάνες μειώθηκαν κατά 20%. Ως αποτέλεσμα, οι ακάλυπτες ανάγκες για περίθαλψη από 4% σχεδόν διπλασιάστηκαν το 2009 σε 7,8% το 2013. Αν και οι απευθείας πληρωμές μειώθηκαν στο 26% το 2013 (μείωση κατά 8% από το 2000), παραμένουν σχεδόν διπλάσιες από το μέσο όρο της ΕΕ-15. 

Από την άλλη πλευρά, η κρίση οδήγησε στην  ενοποίηση των ταμείων κοινωνικής ασφάλισης σε ένα ταμείο και την τυποποίηση των παροχών. Η επίπτωση όμως ήταν η μείωση της κάλυψης, τόσο όσον αφορά το ποσοστό των ατόμων που καλύπτονται από την κοινωνική ασφάλιση (όπως αυτή συνδέεται με την απασχόληση, που μειώθηκαν σημαντικά 2009-2014) όσο και στο είδος της περίθαλψης.

Η διαθεσιμότητα των ιατρών και οδοντιάτρων ανά κάτοικο είναι πολύ υψηλότερο από το μέσο όρο της ΕΕ15 (+ 67% και + 80%, αντίστοιχα), ενώ ο αριθμός των νοσηλευτών και μαιών ανά κάτοικο είναι αρκετά κάτω από το μέσο όρο της ΕΕ15 (-59% και -27% , αντίστοιχα).