Υπάρχουν ορισμένοι τύποι καλοηθών παθήσεων του μαστού, που είναι γνωστό ότι αυξάνουν τον κίνδυνο μιας γυναίκας να αναπτύξει καρκίνο του μαστού στο μέλλον.

«Σχεδόν το 80% των ψηλαφητών ογκιδίων στο μαστό είναι καλοήθες. Μπορεί να είναι μία κύστη που περιέχει υγρό ή ένα ινοαδένωμα, παθήσεις που προκαλούν συχνά παρόμοια συμπτώματα με τον καρκίνο του μαστού» εξηγεί ο γενικός χειρουργός Δρ. Αναστάσιος Ξιάρχος, διευθυντής της χειρουργικής κλινικής του Ομίλου Ιατρικού Αθηνών - Ιατρικού Περιστερίου και πρόεδρος της Επιστημονικής Εταιρείας Ορθοπρωκτικής Χειρουργικής. «Το υπόλοιπο 20% είναι υψηλό ποσοστό και θα πρέπει να θέτει τις γυναίκες σε εγρήγορση, ώστε να μην αμελούν τον έλεγχο και την ιατρική παρακολούθηση κάθε πρωτοανακαλυπτόμενου ή υφιστάμενου ψηλαφητού ογκιδίου».

Οι γυναίκες που πάσχουν από κάποιες καλοήθεις παθήσεις του μαστού, όπως τα θηλώματα και η άτυπη υπερπλασία, έχουν υψηλότερο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του μαστού. Υπάρχουν αρκετές μελέτες, τα αποτελέσματα των οποίων έχουν δείξει ότι, οι γυναίκες που διαγιγνώσκονται με άτυπη υπερπλασία, διατρέχουν υψηλότερο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου του μαστού, από ό,τι πίστευε παλαιότερα η επιστημονική κοινότητα. Συγκεκριμένα διατρέχουν 4-5 φορές υψηλότερο κίνδυνο συγκριτικά με τις γυναίκες που δεν έχουν διαγνωστεί με τη νόσο. 

Κατά την άτυπη υπερπλασία ανώμαλα κύτταρα αναπτύσσονται ταχύτερα από το κανονικό. Υπάρχουν δύο τύποι: η άτυπη λοβιακή υπερπλασία και η άτυπη πορογενής υπερπλασία. Από μελέτη ερευνητών της  Mayo Clinic σε 698 γυναίκες για την εύρεση του ποσοστού των γυναικών με άτυπη υπερπλασία και των δύο τύπων που θα αναπτύξουν καρκίνο του μαστού 5, 10, και 25 χρόνια μετά τη διάγνωση, διαπιστώθηκε ότι μετά από 5 χρόνια το 7% των γυναικών είχαν αναπτύξει καρκίνο του μαστού, μετά από 10 χρόνια το 13% και μετά από 25 χρόνια το 30%. Ο κίνδυνος εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά της άτυπης υπερπλασίας, καθώς επίσης και το οικογενειακό ιστορικό και άλλους παράγοντες υγείας.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν, επίσης, ότι ο αριθμός των άτυπων βλαβών, που βρέθηκαν στη βιοψία, επηρέασαν τον κίνδυνο μιας γυναίκας να αναπτύξει καρκίνο του μαστού. Όταν ο αριθμός των άτυπων βλαβών ήταν αυξημένος το ίδιο συνέβη και με τον κίνδυνο για καρκίνο του μαστού. Είκοσι πέντε χρόνια μετά τη διάγνωση με άτυπη υπερπλασία, το 47% των γυναικών με τρεις ή περισσότερες άτυπες αλλοιώσεις είχε αναπτύξει καρκίνο του μαστού, ενώ το ποσοστό των γυναικών που εμφάνισαν καρκίνο με μία άτυπη βλάβη κατά τη βιοψία ανήλθε στο 24%.

«Οι γυναίκες που διαγιγνώσκονται με άτυπη υπερπλασία θεωρείται ότι έχουν πολύ υψηλότερο από τον μέσο όρο κίνδυνο καρκίνου του μαστού. Ενδεχομένως οι τρέχουσες κατευθυντήριες οδηγίες για προσυμπτωματικό έλεγχο του καρκίνου του μαστού θα πρέπει να συμπεριλάβουν και τη μαγνητική τομογραφία για τις γυναίκες με τη συγκεκριμένη νόσο» σημειώνει ο Δρ. Αναστάσιος Ξιάρχος.

Δεν σημαίνει, βέβαια, ότι όλες οι καλοήθεις παθήσεις του μαστού πρέπει να ανησυχούν τις γυναίκες. Μπορεί να προκαλούν πόνο, αλλά στη συντριπτική τους πλειοψηφίας είναι ακίνδυνες.

«Εάν ένας καλοήθης όγκος είναι μεγάλος, αλλάξει το μέγεθος και το σχήμα του στήθους, ή αναπτύσσεται σε σημείο που προκαλεί προβλήματα, όπως π.χ. μη φυσιολογική έκκριση από τη θηλή, ή συνυπάρχει με άλλους καλοήθεις όγκους, μπορεί να συστηθεί η χειρουργική επέμβαση για την αφαίρεσή του. Αναλόγως του προβλήματος, η εγχείριση μπορεί να εκτελεστεί ακόμα και χωρίς εισαγωγή στο νοσοκομείο» διευκρινίζει ο χειρουργός.

Το θετικό είναι ότι πάνω από το 80% των καλοηθών όγκων δεν απαιτεί καμία επέμβαση. Από τη συνεκτίμηση των απεικονιστικών και των κλινικών ευρημάτων, σε συνδυασμό με τα συμπτώματα της ασθενούς, κρίνεται, τελικά, ο τρόπος αντιμετώπισης της υπάρχουσας πάθησης.