Η περιορισμένη σωματική δραστηριότητα αποτελεί παγκόσμια πανδημία υπεύθυνη για πάνω από 5 εκατομμύρια θανάτους ετησίως, καθώς επιδρά αρνητικά σε πολλές μη μεταδοτικές ασθένειες. Πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύτηκε στο Lancet, έδειξε πώς το αστικό περιβάλλον, με αντικειμενικά μετρήσιμες ιδιότητές του, επιδρά επίσης αντικειμενικά, στην φυσική δραστηριότητα των πολιτών.

Η μελέτη "Διεθνής σωματική δραστηριότητα και Δίκτυο Περιβάλλοντος" (IPEN), συμπεριέλαβε 6.822 ενήλικες, ηλικίας 18-66 ετών, από 14 πόλεις σε 10 χώρες,από τις πέντε ηπείρους. Επικεφαλής της μελέτης ήταν ο καθ. James F. Sallis από το τμήμα Οικογενειακής Ιατρικής και Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Σαν Ντιέγκο.

Οι συμμετέχοντες στο δείγμα προέρχονταν από γειτονιές που περπατούνται σε διαφορετική έκταση η κάθε μία, ενώ παρουσίαζαν διαφορετικό επίπεδο κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Οι δείκτες αφορούσαν τη δυνατότητα να περπατήσει ο κάτοικος την πόλη του, την πρόσβασή του σε δημόσια συγκοινωνία και την πρόσβαση σε πάρκα, σε απόσταση μισού και ενός χιλιομέτρου από την κατοικία του.

Η μέση ημερήσια φυσική δραστηριότητα μετρήθηκε ανά λεπτό, ανάλογα με την έντασή της (μέτρια έως έντονη) επί 4-7 ημέρες παρακολούθησης με επιταχυνσιόμετρο.

Συσχετίσεις μεταξύ των περιβαλλοντικών χαρακτηριστικών και της σωματικής δραστηριότητας εκτιμήθηκαν χρησιμοποιώντας διάφορα υπολογιστικά μοντέλα και λογαριθμικούς συνδέσμους.

Αποτελέσματα
Τέσσερα από τα έξι περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά συνδέθηκαν ευθέως με την σωματική δραστηριότητα
. Αυτά αφορούσαν την πυκνότητα κατοικίας, την πυκνότητα συνάθροισης σε κεντρικά σημεία, την πυκνότητα χρήσης της δημόσιας συγκοινωνίας και τον αριθμό των πάρκων. Η χρήση γης και η απόσταση από το πλησιέστερο σημείο δημόσιας συγκοινωνίας δεν συνδέθηκαν με την φυσική δραστηριότητα. Η διαφορά στη σωματική δραστηριότητα μεταξύ των συμμετεχόντων που ζούσαν στις λιγότερο φιλικές για άσκηση γειτονιές, κυμάνθηκε μεταξύ 68-89 λεπτών την εβδομάδα, που αντιπροσωπεύει το 45-59% της σύστασης για 150 λεπτά/εβδομάδα σωματικής δραστηριότητας.

Συμπέρασμα
Ο σχεδιασμός του αστικού περιβάλλοντος έχει τη δυνατότητα να συμβάλει ουσιαστικά στη φυσική δραστηριότητα. Ομοιότητες των ευρημάτων σε όλες τις πόλεις υποδηλώνουν την εμπλοκή του σχεδιασμού, των μεταφορών και των αστικών πάρκων στο πλαίσιο των προσπαθειών για τη μείωση του βάρους και τη βελτίωση της υγείας,από την πανδημία παγκόσμιας έλλειψης σωματικής άσκησης.

Χωρίς τα ευρήματα της μελέτης θα μπορούσε κανείς να υποθέσει ότι σε πόλεις χαμηλότερου βιοτικού επιπέδου οι κάτοικοι αναγκαστικά θα ήταν υποχρεωμένοι να κινούνται περισσότερο. Κάτι τέτοιο όμως δεν επιβεβαιώθηκε, όπως για παράδειγμα στη Bogota της Κολομβίας. Οι συνθήκες βάδισης εξαρτώνται ιδιαίτερα από τα δίκτυα σύνδεσης των χώρων πρασίνου στις πόλεις. Πρόκειται για την «πράσινη αστική υποδομή», τις λεγόμενες «πράσινες διαδρομές» ή «πράσινους διαδρόμους», οι οποίοι πρέπει να υπάρχουν, ώστε να συνδέονται οι χώροι πρασίνου μεταξύ τους και να προάγεται η δυνατότητα πρόσβασης των κατοίκων στους χώρους αυτούς.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας, αποτελεί το Πάρκο Τρίτση, το οποίο δεν απέχει σημαντικά από το Άλσος της Νέας Φιλαδέλφειας, καθώς η μεταξύ τους απόσταση αντιστοιχεί σε διαδρομή της τάξης των τριών χιλιομέτρων. Η κινητικότητα εντούτοις ανάμεσα στους δύο αυτούς χώρους πρασίνου κάθε άλλο παρά «φιλική» είναι. Ο τρόπος για να φθάσει κάποιος περπατώντας, από τον έναν πράσινο χώρο στον άλλο, είναι αρνητικός, ενώ αν υπήρχε μια «πράσινη διαδρομή»,  θα παρακινούσε τον πεζό να τη διανύσει.

Η διαπίστωση της σημασίας πράσινων δικτύων στην πόλη περιγράφεται ήδη στα τέλη του 19ου αιώνα, από τον μεγάλο Αμερικανό τοπιοτέχνη Frederick Law Olmsted, σχεδιαστή του Central Park της Νέας Υόρκης, ο οποίος επιμένει πως σημαντική δεν είναι τόσο η διαμόρφωση υπαίθριων χώρων, αλλά η σύνδεση τους, σαν «σμαραγδένιο περιδέραιο – emerald necklace», ώστε να προάγεται η επισκεψιμότητα των επιμέρους πράσινων χώρων.

Αν επιστρέψουμε στο πάρκο Τρίτση, σημαντικότατο πνεύμονα πρασίνου στην μητροπολιτική περιοχή του λεκανοπεδίου, θα σας θυμίσουμε πως η σημασία του γίνεται περισσότερο εμφανής την καλοκαιρινή περίοδο, όταν οι κάτοικοι της περιοχής συγκεντρώνονται για να περάσουν τις ζεστές νύχτες του καλοκαιριού με την παρέα τους, συζητώντας, παρά τα προβλήματα συνολικής διαχείρισης και συντήρησης του χώρου.

Θα συνεχίσουμε θυμίζοντας πως ο Αντώνης Τρίτσης αντιλήφθηκε, χάρις στην πολεοδομική του παιδεία,  την αξία του και το περιέσωσε για τους κατοίκους της Αθήνας. 

Μένει τώρα οι σημερινές πολιτειακές δομές, να αναπτύξουν ανάλογες ενέργειες σε ευρύτερο δίκτυο.

* Ο δρ. Κωνσταντίνος Μωραΐτης είναι Αρχιτέκτων Μηχανικός (PhD in Architecture and Landscape Design), καθηγητής της Σχολής Αρχιτεκτόνων Μηχανικών  του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου.