Παρά τη διατήρηση των πιέσεων εξαιτίας της  δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας αλλά και της  έντονης κρατικής παρέμβασης, οι φαρμακευτικές εταιρείες οι οποίες δραστηριοποιούνται στη χώρα μας εξακολουθούν να επιδεικνύουν αξιοσημείωτες  αντοχές, παρουσιάζοντας  ετήσιες  πωλήσεις που κινούνται στα επίπεδα των 5 δις. ευρώ κατά την τελευταία διετία. Βέβαια δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι το αποτύπωμα της 6ετούς ύφεσης δεν είναι καθόλου αμελητέο,  καθώς ο τζίρος του εν λόγω κλάδου από τα υψηλά επίπεδα των 8 και πλέον δις. ευρώ του 2009 έχει παρουσιάσει σωρευτική πτώση της τάξης του 35% με βάση τα περσινά συνολικά στοιχεία. Ωστόσο, η εξεταζόμενη αγορά έχει καταφέρει να επιβιώσει προβάλλοντας μια «επιχειρηματική  αξιοπρέπεια» μέσα στις δύσκολες συνθήκες.

Σύμφωνα με τα οικονομικά στοιχεία του κλάδου που συγκέντρωσε η εταιρεία επιχειρηματικής πληροφόρησης IBHS, οι συνολικές πωλήσεις των φαρμακευτικών εταιρειών (ελληνικών παραγωγικών αλλά και εισαγωγικών) το 2014 σημείωσε μια σχετικά μικρή υποχώρηση που ήταν της τάξης του 3%, αποκόπτοντας τον έντονα πτωτικό ρυθμό των πωλήσεων των ετών που είχαν προηγηθεί. Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει από ένα δείγμα 83 επιχειρήσεων οι πωλήσεις των οποίων αποτελούν το 93% των πωλήσεων του κλάδου και οι οποίες έχουν δημοσιοποιήσει οικονομικά μεγέθη για την προηγούμενη χρονιά.

Σύμφωνα λοιπόν με τα στοιχεία αυτά, οι συνολικές πωλήσεις διαμορφώθηκαν στα 4,43 δις. ευρώ έναντι 4,59 δις. ευρώ το 2013. Την ίδια στιγμή οι εταιρείες αυτές σημείωσαν κέρδη σημαντικά μειωμένα τα οποία διαμορφώθηκαν στα περίπου 105 εκατ. ευρώ έναντι 242 εκατ. ευρώ. Τα κέρδη των εταιρειών επηρεάστηκαν κατά βάση από δύο λόγους. Αφενός το 2013 προέκυψαν έκτακτα κέρδη σε αρκετές εταιρείες λόγω του τρόπου που θα έπρεπε να διαχειριστούν και να εκτιμήσουν τις οφειλές του Ελληνικού Δημοσίου προς αυτές κι έτσι τα κέρδη ήταν αυξημένα. Αφετέρου το 2014 υπήρξαν τρεις αρκετά μεγάλες εταιρείες που  σημείωσαν σημαντικές ζημιές έναντι ικανοποιητικών κερδών το 2013 επιβαρύνοντας το συνολικό αποτέλεσμα του κλάδου. 
Πέρα όμως από τα βασικά  στοιχεία για τους τζίρους και τα κέρδη των εταιρειών, μια σημαντική παράμετρος για τον κλάδο συνολικά, είναι οι απαιτήσεις των εταιρειών από πελάτες τους, δηλαδή τα τιμολόγια που έχουν «κόψει» αλλά δεν έχουν εισπραχθεί και ειδικά από το βασικό τους πελάτη που είναι το Ελληνικό Δημόσιο (νοσοκομεία και ΕΟΠΥΥ).

Συγκεκριμένα από τα στοιχεία των 83 εταιρειών προκύπτει ότι οι εταιρείες αυτές έκλεισαν το 2014 με τους πελάτες τους να τους χρωστούν 2 δις. ευρώ! Το ποσό αυτό είναι ελαφρά μειωμένο σε σχέση με το 2013 που είχε διαμορφωθεί στα 2,17 δις. ευρώ. Με βάση μάλιστα τα στοιχεία που έχει γνωστοποιήσει ο ΣΦΕΕ, περί το 1 δις. ευρώ αφορά σε οφειλές του 0 ελληνικού δημοσίου,  ενώ τα υπόλοιπα αφορούν σε ιδιώτες πελάτες, και κυρίως σε φαρμακαποθήκες και τα φαρμακεία. Αυτές οι συνολικές οφειλές αποτελούν και μία «νάρκη» για την πορεία των εταιρειών την τρέχουσα χρονιά όπου παρατηρείται δραματική κωλυσιεργία στις εξοφλήσεις.    

Έρευνα Στόχασις

Αναλύοντας τα οικονομικά μεγέθη του κλάδου, αξίζει μία αναφορά στις εκτιμήσεις έρευνας της  ΣΤΟΧΑΣΙΣ, η οποία εκτιμά ότι το μέγεθος της εγχώριας αγοράς φαρμακευτικών επιχειρήσεων στα  5.070 εκατ. ευρώ το 2014, εμφανίζοντας Μέσο Ετήσιο Ρυθμό Μεταβολής  -7,1% την περίοδο 2009-2014. Ειδικότερα, οι παραγωγικές επιχειρήσεις εκτιμάται ότι κάλυψαν το 37% του συνολικού τζίρου του κλάδου το 2014, ενώ το υπόλοιπο 63% αφορά στην αγορά των εισαγωγικών επιχειρήσεων

Η έρευνα σχολιάζει πως η ζήτηση για φαρμακευτικά προϊόντα, αν και ανελαστική λόγω της ευαίσθητης φύσης του προϊόντος, επηρεάζεται έντονα από τη μείωση της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης, η οποία το 2014 εκτιμάται ότι ήταν μειωμένη κατά 60% περίπου σε σχέση με το 2009, στο πλαίσιο της δημοσιονομικής προσαρμογής. Σε παράλληλη πορεία με τη μείωση της φαρμακευτικής δαπάνης συνεχίστηκε και η μετατόπιση του βάρους του κόστους θεραπείας προς τον ίδιο τον ασθενή, προκειμένου να ελαττωθεί το κόστος για το σύστημα υγείας.

Επισημαίνει ακόμη η ΣΤΟΧΑΣΙΣ  πως το ποσοστό των φαρμάκων που βγαίνουν εκτός λίστας, καθώς και η μεσοσταθμική συμμετοχή των ασφαλισμένων στο φάρμακο βαίνουν συνεχώς αυξανόμενα με άμεση συνέπεια τη μείωση στη ζήτηση φαρμάκων.

Όσον αφορά στη χρηματοοικονομική κατάσταση των επιχειρήσεων του κλάδου, η ΣΤΟΧΑΣΙΣ διαπιστώνει ότι η κεφαλαιακή διάρθρωση των παραγωγικών επιχειρήσεων του κλάδου διατηρείται σε σχετικά ικανοποιητικά επίπεδα τα τελευταία χρόνια. Από την άλλη πλευρά, εξορθολογισμό της κεφαλαιακής τους διάρθρωσης πραγματοποίησαν οι εισαγωγικές επιχειρήσεις τη διετία 2012-2013, μετά τις συσσωρευμένες ζημιές της διετίας 2010-2011 που οφείλονταν στις προβλέψεις ζημιών υποτίμησης και μεταβίβασης - πώλησης χρεογράφων και επέδρασαν αρνητικά στα ίδια κεφάλαια.

Σχόλια

Όπως αναφέρθηκε οι φαρμακευτικές εταιρείες παρά την ύφεση παρουσιάζουν σημαντική αντοχή, ενώ τα καλά χρόνια της υπέρμετρης ανάπτυξης αποκόμισαν σημαντικά κέρδη, τα οποία και ο υπουργός Υγείας Π. Κουρουμπλής έχει χαρακτηρίσει ιδιαίτερα προκλητικά και παράλογα λόγω των δυσανάλογων πωλήσεων σε σχέση με τον ελληνικό πληθυσμό.  

Στην εκτίμηση αυτή ο πρόεδρος του ΣΦΕΕ Πασχάλης Αποστολίδης αναφέρει ότι  «Για τις φαρμακευτικές εταιρείες έχει οικοδομηθεί τα προηγούμενα χρόνια μια, βολική για την πολιτική, «δαιμονοποίηση»… Να ξέρουν όλοι οι πολίτες ότι οι εταιρείες φαρμάκου, ελληνικές και πολυεθνικές στην Ελλάδα, είναι στο πλευρό τους, έχουν πλήρη επίγνωση του κοινωνικού τους ρόλου και δεν πρόκειται να τους εγκαταλείψουν στην πιο δύσκολη στιγμή για τη χώρα. Η δουλειά μας είναι να βρίσκουμε θεραπείες για τον άνθρωπο που υποφέρει”.

Από την πλευρά του ο πρόεδρος της ΠΕΦ Θεόδωρος Τρύφων σημειώνει ότι η σημασία της φαρμακοβιομηχανίας για την ελληνική οικονομία ξεπερνά τα απόλυτα νούμερα που αποτυπώνονται στους ισολογισμούς. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά «Η Ελληνική Φαρμακοβιομηχανία έχει εκφράσει την πρόθεσή της να συμβάλλει στην αναδιάρθρωση της Ελληνικής οικονομίας, ενισχύοντας πιθανότατα τις εξαγωγές. Ο  φαρμακευτικός κλάδος έχει την αναπτυξιακή δυναμική να ανατάξει την εθνική οικονομία της Ελλάδας. Οι διεθνείς συνεργασίες της Ελληνικής φαρμακοβιομηχανίας με πολλές πολυεθνικές εταιρείες επισημαίνουν εμφατικά την πεποίθησή μας, ότι αποτελούμε μέρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία θα πρέπει να παραμείνουμε».