Τις καθυστερήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στη δημοσίευση των επιστημονικών κριτηρίων που απαιτούνται για τον εντοπισμό και τη μείωση της έκθεσης του πληθυσμού σε χημικές ουσίες που προκαλούν ορμονικές διαταραχές και τις οποίες ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (Π.Ο.Υ.) έχει χαρακτηρίσει ως απειλή για τη δημόσια υγεία, καταδίκασε χθες το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με ψήφισμά του. 

Οι ευρωβουλευτές καταδικάζουν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όχι μόνο για την αποτυχία της να δημοσιεύσει, όπως υποχρεούταν, τα επιστημονικά κριτήρια, αλλά και για την αποτυχία της να συμμορφωθεί με τις θεσμικές της υποχρεώσεις, όπως ορίζονται στις Συνθήκες της ΕΕ, σε ένα ψήφισμα που εγκρίθηκε με 593 ψήφους υπέρ, 57 κατά και 19 αποχές.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποφάνθηκε τον Δεκέμβριο του 2015 ότι η εκτελεστική εξουσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Ευρωπαϊκή Επιτροπή) παραβίασε την ευρωπαϊκή νομοθεσία καθότι δεν δημοσίευσε, όπως είχε δεσμευθεί, τα επιστημονικά κριτήρια για τον καθορισμό των ενδοκρινικών διαταρακτών (ουσίες που προκαλούν ορμονικές διαταραχές), ενώ οι ευρωβουλευτές έχουν επανειλημμένα ζητήσει την άμεση αντιμετώπιση και διαχείριση αυτών των ουσιών.

Οι ευρωβουλευτές σημειώνουν ότι μια πλήρης πρόταση για επιστημονικά κριτήρια ήταν έτοιμη από το 2013, αλλά παρέμεινε αδημοσίευτη, και αντ' αυτού η Επιτροπή αποφάσισε να προχωρήσει σε μελέτη αξιολόγησης των επιπτώσεων, μια κίνηση που δεν απαιτούταν από την ευρωπαϊκή νομοθεσία, ούτε ήταν κατάλληλη ώστε να ληφθεί μία απόφαση για ένα επιστημονικό ζήτημα, όπως διευκρίνισε το Δικαστήριο.

Το ΕΚ λαμβάνει παρ' όλα αυτά υπόψη την πολιτική δέσμευση της Επιτροπής να δημοσιεύσει την πρότασή της για τα εν λόγω κριτήρια πριν το καλοκαίρι.

Μια έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας με τίτλο ενδοκρινικοί διαταράκτες μια "παγκόσμια απειλή", αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στις ανοδικές τάσεις σε πολλές ενδοκρινικές διαταραχές στους ανθρώπους και σε πληθυσμούς στα άγρια ζώα. Υπάρχουν ενδείξεις δυσμενών αναπαραγωγικών αποτελεσμάτων (στειρότητα, καρκίνοι, δυσπλασίες) από την έκθεση στις ουσίες αυτές, οι οποίες θα μπορούσαν επίσης να επηρεάσουν τη λειτουργία του θυρεοειδούς, τη λειτουργία του εγκεφάλου, τον μεταβολισμό, την ινσουλίνη, την ομοιόσταση της γλυκόζης και να οδηγήσουν σε παχυσαρκία.