Ενδιαφέρον για το κόστος των θεραπευτικών σχημάτων που ετοιμάζονται να προτείνουν στους ασθενείς τους άρχισαν να δείχνουν οι γιατροί τα τελευταία χρόνια, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης και της αδυναμίας των ασθενών να καλύψουν τις ιατροφαρμακευτικές τους ανάγκες είτε είναι ασφαλισμένοι, είτε όχι.

Η διαπίστωση αυτή έχει αρχίσει να διαφαίνεται σε έρευνα που πραγματοποιείται στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας (ΕΣΔΥ), υπό τον αντιπρύτανη και καθηγητή της Σχολής, Νίκο Μανιαδάκη, η οποία όμως δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

Στο πρώτο αυτό εύρημα της μελέτης αναφέρθηκε ο κ. Μανιαδάκης, με αφορμή συνέντευξη Τύπου για την τιμολόγηση των φαρμάκων, στην οποία σημείωσε ότι μετά από όλα τα μέτρα που έχουν ληφθεί τα τελευταία χρόνια με στόχο τη μείωση των τιμών και όχι τη μείωση του όγκο κατανάλωσης των φαρμάκων, έχει επιτευχθεί δραστική μείωση της φαρμακευτικής δαπάνης με αποτέλεσμα το σύστημα να μην είναι βιώσιμο.

Ταυτόχρονα έχει αυξηθεί δραματικά η συμμετοχή των ασθενών η οποία φθάνει πλέον το 33%, συγκρινόμενη ευθέως με άλλες χώρες της Ευρώπης, οι οποίες όμως είτε δεν αντιμετωπίζουν οικονομική κρίση, είτε έχουν λάβει μέριμνα για πρόσβαση στα φάρμακα από τις ευάλωτες ομάδες πληθυσμού που παρουσιάζουν οικονομική αδυναμία.

Όπως σημείωσε ο καθηγητής, το σύστημα τιμολόγησης δεν βασίζεται σε κάποιες επιστημονικές διαπιστώσεις, αντίθετα είναι καθαρά προϊόν πολιτικής, ανάλογα με τις κατά καιρούς συνθήκες, με αποτέλεσμα να χαρακτηρίζεται από σειρά στρεβλώσεων και σήμερα το πιο σημαντικό στοιχείο είναι η διατήρηση των παλαιών φθηνών φαρμάκων στην αγορά, προκειμένου να μην χαθούν τα πλεονεκτήματα των χαμηλών τιμών για το σύστημα υγείας, από την υποκατάσταση.

Ταυτόχρονα, υπογράμμισε ότι μαζί με την συζητούμενη αξιολόγηση τεχνολογίας υγείας που στόχο έχει να συσχετίσει το κόστος των νέων θεραπειών με τα οφέλη και τις εξοικονομήσεις που προκαλούν είτε από νοσοκομειακή περίθαλψη είτε από αύξηση της παραγωγικότητας, εκείνο το οποίο ξεκινά να εισάγεται και στη χώρα μας είναι οι συμφωνίες διαχείρισης εισόδου (manage entry agreements), όπως γίνεται τώρα με τις νέες θεραπείες για την ηπατίτιδα C, όπου για τη χορήγησή της μαζικά, θα ζητηθούν εκπτώσεις από τον ΕΟΠΥΥ, όμως οι τιμές που θα προκύψουν, δεν θα είναι ανακοινώσιμες.

Παρουσιάζοντας ένα παράδειγμα για τον τρόπο τιμολόγησης ενός φαρμάκου εξωνοσοκομειακής περίθαλψης, αλλά και το κόστος του φαρμάκου αυτού στον ΕΟΠΥΥ, ο κ. Μανιαδάκης υπογράμμισε πως ένα σκεύασμα αξίας 10 ευρώ, φθάνει να πωληθεί σε λιανική τιμή 15 ευρώ τελικά, ενώ μέσω του ΕΟΠΥΥ, το κόστος για το Ταμείο, φθάνει τα 5 ευρώ. Στην αύξηση από την εργοστασιακή τιμή των 10 ευρώ ως το 15% προστίθενται τα ποσοστά κέρδους των ενδιάμεσων φαρμακαποθηκών και φαρμακείων, καθώς και ο ΦΠΑ, ενώ στη μείωση περιλαμβάνονται τα 9 διαφορετικά rebate που είναι θεσμοθετημένα, το clawback, η συμμετοχή των ασθενών και η διαφορά τιμής που καταβάλλουν οι ασθενείς από την ασφαλιστική τιμή μέχρι την τιμή του σκευάσματος που τελικά επιλέγουν να αγοράσουν.

Καθοριστικό για τη βιωσιμότητα του συστήματος, σημείωσε ο κ.Μανιαδάκης, παραμένει η διατήρηση στην αγορά φθηνών φαρμάκων (off patent και γενοσήμων), διότι όχι μόνο αποτελούν μια φθηνή λύση για την κάλυψη της ανάγκης του ασθενή, αλλά ταυτόχρονα συμπεριλαμβάνονται στις θεραπευτικές κατηγορίες, κρατώντας την ασφαλιστική τιμή ολόκληρης της κατηγορίας των σχετικών με αυτήν φαρμάκων, σε χαμηλότερα επίπεδα, απ΄ότι αν έλειπαν από την αγορά.

Αναφερόμενος στις ελάχιστες τιμές που έχουν καθιερωθεί τελευταία με στόχο την μείωση των τιμών μέχρι και του επιπέδου του ενός ευρώ, ο καθηγητής υπογράμμισε ότι πρέπει να μείνουμε στα σημερινά επίπεδα και να μην προχωρήσουμε σε χαμηλότερα, διότι πραγματικά υπάρχει μεγάλος κίνδυνος απώλειας μεγάλης γκάμας φαρμάκων που αποτελούν χρήσιμες και σημαντικές θεραπευτικές επιλογές.

Χαρακτηριστικά εξήγησε πως με λιανική τιμή 7 ευρώ και ex-factory 4,84 ευρώ, η τελική τιμή παραγωγού είναι 3,5 ευρώ, ενώ αντίστοιχα με λιανική τιμή 4,5 ευρώ και ex-factory 3,11 ευρώ, η τελική τιμή παραγωγού είναι 2,27 ευρώ.

Στο σημείο αυτό εξήγησε πως με τέτοιες τιμές, πολλές ελληνικές φαρμακευτικές θα αντιμετωπίσουν σοβαρά προβλήματα συνέχισης της παραγωγής παλαιών σκευασμάτων, η οποία θα αποδειχθεί αρνητική, καθώς για την παραγωγή απαιτείται εξοπλισμός, επενδύσεις και καταρτισμένο προσωπικό, όταν αντίστοιχα, ακόμη και οι τσίχλες είναι ακριβότερες!

Παράλληλα, σημείωσε πως από πλευράς όγκου, πάνω από το 60% των φαρμάκων κοστίζουν κάτω από 10 ευρώ το τεμάχιο και μάλιστα το 32,4% κοστίζει από 0-4,99 ευρώ. Από αυτά, τα 688 είναι πρωτότυπα και τα 918 είναι γενόσημα. Αντίστοιχα το επόμενο 28,1% των φαρμάκων κοστίζει από 5-9,99 ευρώ και απ΄ αυτά τα γενόσημα είναι 1084 σκευάσματα. Στην επόμενη κλίμακα το 10-15 ευρώ, βρίσκεται το 11,7% των φαρμάκων που χορηγούνται, από 15-20 ευρώ κοστίζει το 7,3% του όγκου των φαρμάκων που καταναλώνονται και μεταξύ 20-30 ευρώ κοστίζει το 8,1% των φαρμάκων που καταναλώνονται. Συνολικά, το 87,6% της ποσότητας των φαρμάκων που καταναλώνονται δεν ξεπερνά τα 30 ευρώ.

Με δεδομένα τα στοιχεία αυτά, γίνεται απόλυτα σαφές ότι η διατήρηση των φθηνών φαρμάκων στην αγορά είναι απαραίτητη για την κάλυψη του μεγαλύτερου όγκου των ασθενειών που παρουσιάζονται στην εξωνοσοκομειακή περίθαλψη  της χώρας.

Καταλήγοντας, ο κ. Μανιαδάκης σημείωσε πως:
- η τιμολόγηση αποτελεί μια πολύπλοκη και χρονοβόρα διαδικασία που χρειάζεται απλούστευση, ενώ εκτίμησε ότι αρκεί μια ανατιμολόγηση ετησίως, 
- το σύστημα δεν επιβραβεύει την καινοτομία, γι΄ αυτό χρειάζεται αναθεώρηση των χωρών αναφοράς με βάση τη δυνατότητα της οικονομίας και την αξιολόγηση της τεχνολογίας υγείας,
- οι μειώσεις τιμών δεν οδηγούν απαραίτητα σε αύξηση της χρήσης των φθηνότερων, αντίθετα θέτουνσε κίνδυνο την κυκλοφορία των εδραιωμένων φαρμάκων, με αποτέλεσμα να χρειάζεται προστασία της τιμής των φθηνών φαρμάκων προκειμένου να παραμείνουν στην αγορά,
- η ισοτιμία μεταξύ off patent και γενοσήμων καταργεί τον ανταγωνισμό και γι΄αυτό χρειάζεται υιοθέτηση ενιαίας πολιτικής στα μη προστατευόμενα από πατέντα φάρμακα, και
- οι φαρμακοποιοί έχουν αντικίνητρα για τη χορήγηση των φθηνότερων φαρμάκων, γεγονός που αναδεικνύει τη σημασία υιοθέτησης πολιτικής κινήτρων.