Η κυστική ίνωση είναι μία σπάνια γενετική ασθένεια, που υπολογίζεται ότι προσβάλλει 75.000 ανθρώπους στη Βόρειο Αμερική, στην Ευρώπη και στην Αυστραλία. Στη χώρα μας υπολογίζονται περίπου 800 ασθενείς, με το 1/3 αυτών να έχει, ήδη, ενηλικιωθεί.

Η νόσος προκαλείται από τις μεταλλάξεις ενός γονιδίου, που λέγεται CFTR, το οποίο κωδικοποιεί πρωτεΐνες απαραίτητες για την ομαλή ροή ηλεκτρολυτών και νερού, εντός και εκτός των κυττάρων διαφόρων οργάνων, μεταξύ των οποίων και οι πνεύμονες. Όταν το CFTR είναι μεταλλαγμένο, ο οργανισμός μπορεί να παράγει ελαττωματική πρωτεΐνη ή να μην την παράγει καθόλου, με συνέπεια να συσσωρεύεται πυκνή, κολλώδης βλέννα στους πνεύμονες, η οποία ευθύνεται για χρόνιες πνευμονικές λοιμώξεις, που προοδευτικά προκαλούν βλάβες στον πνευμονικό ιστό και αναπνευστική ανεπάρκεια. Η ασθένεια είναι σοβαρή και πολυσυστηματική και προς το παρόν δεν υπάρχει τρόπος ίασης, ενώ οι ασθενείς έχουν μειωμένο προσδόκιμο επιβίωσης.

Μέχρι σήμερα έχουν απομονωθεί περισσότερες από 1.900 μεταλλάξεις του γονιδίου CFTR. Για να εκδηλώσει κάποιος τη νόσο, πρέπει να κληρονομήσει δύο μεταλλάξεις (μία από κάθε γονιό). Στην Ελλάδα οι φορείς της νόσου υπολογίζονται σε περισσότερες από 500.000.

Η νέα θεραπεία, τα αποτελέσματα της οποίας παρουσιάστηκαν στο συνέδριο, βασίζεται στο φάρμακο με την δραστική ουσία ivacaftor, το οποίο είναι εγκεκριμένο και χορηγείται μεμονωμένα ως μονοθεραπεία στους ινοκυστικούς ασθενείς ηλικίας 6 ετών και άνω, που φέρουν συγκεκριμένες μεταλλάξεις του γονιδίου CFTR. Η χορήγηση της μονοθεραπείας με ivacaftor εξετάστηκε σε εκατοντάδες ασθενείς, που το λαμβάνουν μέχρι και για 5 χρόνια: σε 1.256 ασθενείς από ένα Αμερικανικό Μητρώο Ασθενών και σε 411 από ένα αντίστοιχο Βρετανικό. 

Όπως ανακοινώθηκε στο συνέδριο, τα στοιχεία από τις ΗΠΑ έδειξαν ότι ο ετήσιος κίνδυνος θανάτου, η ανάγκη για μεταμόσχευση πνεύμονα, οι νοσηλείες και οι  παροξύνσεις των αναπνευστικών λοιμώξεων, ήταν σημαντικά λιγότερες στους ασθενείς που λαμβάνουν το ivacaftor, σε σύγκριση με άλλους ασθενείς, οι οποίοι δεν το έχουν λάβει ποτέ. Οι τάσεις είναι ανάλογες και στους Βρετανούς ασθενείς, αλλά οι διαφορές στον κίνδυνο θανάτου και στην ανάγκη για μεταμόσχευση πνεύμονα δεν είναι στατιστικά σημαντικές.

Οι μακροχρόνιες αυτές αναλύσεις δεν εντόπισαν νέες ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου, πέρα από εκείνες που είχαν παρατηρηθεί στις προεγκριτικές κλινικές μελέτες του. Επιπλέον, στους ασθενείς που έπαιρναν το φάρμακο, παρατηρήθηκαν λιγότερες επιπλοκές της κυστικής ίνωσης, όπως διαβήτης και θετικές καλλιέργειες για διάφορα μικρόβια.

Στο συνέδριο παρουσιάστηκαν, επίσης, στοιχεία για την ασφάλεια του συνδυασμού lumacaftor/ivacaftor, ο οποίος έχει ένδειξη μόνο για όσους ασθενείς είναι ομόζυγοι της γονιδιακής  μετάλλαξης F508del. Το συγκεκριμένο φάρμακο είναι, ήδη, εγκεκριμένο για τους ασθενείς ηλικίας 12 ετών και άνω, ενώ κατά τη διάρκεια του συνεδρίου παρουσιάστηκαν τα αποτελέσματα της τρίτης φάσης της μελέτης του παραπάνω συνδυασμού φαρμάκων σε  58 παιδιά ηλικίας 6-11 ετών με κυστική ίνωση, που φέρουν δύο μεταλλάξεις του γονιδίου με την ονομασία F508del.

Ειδικότερα, τα νέα στοιχεία που παρουσιάστηκαν, απέδειξαν ασφάλεια του συνδυασμού και βελτιώσεις σε πολλούς δείκτες της νόσου, όπως η αύξηση του σωματικού βάρους των παιδιών που έλαβαν τον συνδυασμό, η βελτίωση  της αναπνευστικής λειτουργίας (FEV1), η μειωμένη αποβολή χλωρίου στον ιδρώτα κ.ά.

Η παρασκευάστρια εταιρεία του φαρμάκου έχει υποβάλλει αίτημα στον Αμερικάνικο Οργανισμό Φαρμάκων (FDA), για να εξεταστεί ο συνδυασμός για συμπληρωματική έγκριση της χορήγησής του και σε παιδιά της ηλικιακής ομάδας 6-11 ετών. Η αξιολόγηση έχει προγραμματιστεί για τις 30 Σεπτέμβριου 2016. Στην Ευρώπη, ολοκληρώθηκε η εισαγωγή 200 ασθενών ηλικίας 6-11 ετών σε μία αντίστοιχη κλινική μελέτη, τα αποτελέσματα της οποίας αναμένονται το 2017. Στο πρώτο εξάμηνο της επόμενης χρονιάς, η παρασκευάστρια εταιρία σχεδιάζει να υποβάλει αίτηση στην Ευρωπαϊκό Οργανισμό φαρμάκων για την έγκριση του παραπάνω συνδυασμού σε παιδιά ηλικίας 6-11 ετών, ομόζυγα με την μετάλλαξη F508del.

Παράλληλα, στις αρχές του 2017, αναμένονται και τα αποτελέσματα μεγάλης κλινικής μελέτης, που πραγματοποιείται σε ασθενείς με κυστική ίνωση, που φέρουν τις λεγόμενες «nonsense» (ανερμηνεύσιμες) μεταλλάξεις, με τη δραστική ουσία ataluren. Ήδη αποτελέσματα προηγούμενων κλινικών δοκιμών απέδειξαν βελτίωση της αναπνευστικής λειτουργίας και μείωση του αριθμού των εξάρσεων της πνευμονικής λοίμωξης σε ασθενείς με τις παραπάνω μεταλλάξεις, οι οποίοι δεν λάμβαναν χρόνια εισπνεόμενη αγωγή με τομπραμυκίνη.