Διπλασιάστηκε η κατάθλιψη στον πληθυσμό και μάλιστα το 3,3% σκέφτεται ακόμη και την αυτοκτονία, ενώ αυξάνεται ραγδαία ο πληθυσμός που παίρνει μόνος του φάρμακα, ιδίως σε νεώτερες ηλικίες.

Οι μισοί Έλληνες πάσχουν πλέον από κάποιο χρόνιο νόσημα (την προηγούμενη πενταετία το ποσοστό ήταν 40%), οπότε αντίστοιχα και οι μισοί Έλληνες παίρνουν φάρμακα που τους έχει συνταγογραφήσει ο γιατρός τους.

Σε γενικές γραμμές οι Έλληνες θεωρούν την υγεία τους καλή έως πολύ καλή, όμως τα εμφράγματα αυξήθηκαν κατά 50% και τα εγκεφαλικά κατά 23,5%, ενώ η ημερήσια νοσηλεία στα νοσοκομεία κατά περίπου 30%.

Τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από την έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ με τίτλο "Έρευνα Υγείας: Έτος 2014" για την υγεία του πληθυσμού που πραγματοποιείται ανά πενταετία.

Κατανάλωση φαρμάκων
Σύμφωνα με την έρευνα, ένας στους δύο Έλληνες πάνω από 15 ετών καταναλώνει φάρμακα, βότανα ή βιταμίνες με συνταγή γιατρού (47,4%) ποσοστό ελάχιστα μειωμένο από την προηγούμενη πενταετία (ήταν 48,8% το 2009). Από αυτούς το 41,5% ήταν άνδρες και το 52,8%, γυναίκες.

Επίσης, τρεις στους 10 (27,5%) καταναλώνουν φάρμακα, βότανα ή βιταμίνες χωρίς συνταγή γιατρού. Από αυτούς, το 64,9% κατανάλωσαν φάρµακα και όχι βότανα ή βιταµίνες και μάλιστα το 18,6% πήρε αντιβιοτικά. 

Ο πληθυσμός που πήρε φάρμακα χωρίς συνταγή γιατρού (με πρωτοβουλία δική του ή προφορική σύσταση γιατρού) αυξήθηκε κατά 11,8% την τελευταία πενταετία που το ποσοστό ήταν 24,6%.
Το 88,5% του πληθυσμού ηλικίας 65 ετών και άνω κατανάλωσαν φάρµακα, βότανα ή βιταµίνες µε συνταγή γιατρού, ενώ τρεις στους δέκα (27,9%) πήραν φάρμακα χωρίς συνταγή γιατρού. 

Οι νεότερες ηλικιακά ομάδες καταναλώνουν περισσότερα φάρµακα χωρίς συνταγή γιατρού παρά µε συνταγή γιατρού, ενώ το αντίθετο συμβαίνει με τις µεγαλύτερες οµάδες ηλικιών. 

Νοσοκομεία
Σε ότι αφορά τη νοσοκοµειακή περίθαλψη, 12 μήνες πριν την έρευνα, εισαγωγή στο νοσοκομείο με  διανυκτέρευση, έκανε το 9,7% του πληθυσμού άνω των 15 ετών. Οι ηµέρες νοσηλείας κυµάνθηκαν από 1 µέχρι 300. Το 49,9% του πληθυσµού νοσηλεύτηκε 1 έως 3 ηµέρες, ενώ περισσότερες από 3 και µέχρι 10 ηµέρες το 35,4%. 

Το 14,1% του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω, κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 µηνών, πριν τη διενέργεια της έρευνας, έκανε εισαγωγή σε νοσοκοµείο για ηµερήσια νοσηλεία. 

Σε σχέση µε τα στοιχεία της έρευνας του 2009 σταθερότητα καταγράφεται στις εισαγωγές σε νοσοκοµείο µε διανυκτέρευση και αύξηση 28,2% στις ηµερήσιες νοσηλείες.

Αναφορικά µε την εξωνοσοκοµειακή περίθαλψη, σύµφωνα µε τα αποτελέσµατα της έρευνας, κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 µηνών πριν τη διενέργειά της, το ποσοστό του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω που επισκέφθηκε ή συµβουλεύτηκε (µε κατ’ ιδίαν επίσκεψη, τηλεφωνικά ή ηλεκτρονικά): 

  • Οδοντίατρο ή ορθοδοντικό, ανήλθε σε 47,4%, ποσοστό που παρουσιάζει µείωση (9,2%) σε σχέση µε το 2009 (52,2%). Οδοντίατρο ή ορθοδοντικό επισκέφθηκαν το 49,4 των γυναικών και το 45,3% των ανδρών .
  • Γιατρό γενικής ιατρικής ή παθολόγο, ανήλθε σε 58,8%, ποσοστό που παρουσιάζει σταθερότητα σε σχέση µε το 2009 (57,8%). Γενικό γιατρό ή παθολόγο επισκέφθηκαν / συµβουλεύτηκαν το 62,4% των γυναικών και το 54,8% των ανδρών.
  • Γιατρό άλλης ειδικότητας ή χειρουργό (συµπεριλαµβανοµένων των γναθοχειρουργών), ανήλθε σε 46,5%, ποσοστό που παρουσιάζει µικρή αύξηση (2,2%), σε σχέση µε το 2009 (45,5%). Γιατρό άλλης ειδικότητας ή χειρουργό επισκέφθηκαν / συµβουλεύτηκαν το 56,2% των γυναικών και το 36,0% των ανδρών.
  • Φυσικοθεραπευτή ή κινησιοθεραπευτή επισκέφθηκε το 8,0% του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω.

Νοσηλεία στο σπίτι
Νοσηλευτική φροντίδα που παρέχεται κατ’ οίκον, από άλλους –πλην γιατρών- επαγγελµατίες υγείας (νοσηλευτές/τριες, επισκέπτες/τριες υγείας, µαίες, κλπ.), στο πλαίσιο προγραµµάτων που παρέχουν φροντίδα σε άτοµα τρίτης ηλικίας και άτοµα που αντιµετωπίζουν χρόνιες παθήσεις ή προβλήµατα υγείας, καθώς και κατ’οίκον -κοινωνικής φύσεως- φροντίδα, που δεν είναι ιατρική, έλαβε το 3,2% του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω.

Ψυχική υγεία
Στην έρευνα περιλαµβάνονταν ερωτήµατα που αποσκοπούσαν στην καταγραφή του επιπολασµού και της σοβαρότητας των ψυχικών νόσων, ειδικότερα της κατάθλιψης. Οι καταστάσεις που καταγράφονταν παρέχουν στους ειδικούς σαφή εικόνα της ψυχολογικής κατάστασης του πληθυσµού κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο εβδοµάδων πριν την ηµεροµηνία διεξαγωγής της έρευνας. 

Κατάθλιψη δήλωσε το 4,7% του πληθυσµού, ποσοστό αυξηµένο κατά 80,8% σε σχέση µε το ποσοστό του 2009 (2,6%). Οι 3 στους 10 είναι άνδρες (33,0%) και οι 7 γυναίκες (67,0%).

Αγχώδεις διαταραχές ταλαιπωρούν το 7,6% του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω, το 1,7% πάσχει από άλλες ψυχικές διαταραχές και το 1,0% από ανοϊκή διαταραχή ή νόσο Alzheimer. 

Το 92,9% του συνολικού πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω απάντησε µε σαφήνεια σε όλα τα υποερωτήµατα της ενότητας της ψυχικής υγείας. 
Από αυτούς, 61,7% απάντησε αρνητικά σε όλα τα υποερωτήµατα της ενότητας, ενώ ποσοστό 38,3% δήλωσε ότι βίωσε ένα τουλάχιστον από τα «αρνητικά» συναισθήµατα / καταστάσεις µε συχνότητα: αρκετές ηµέρες, περισσότερες από τις µισές ηµέρες ή σχεδόν κάθε ηµέρα, στο διάστηµα των δύο τελευταίων, πριν τη διενέργεια της έρευνας, εβδοµάδων.

Κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 µηνών, πριν τη διενέργεια της έρευνας, ποσοστό 4,7% του πληθυσµού ηλικίας 15+ επισκέφθηκε ψυχίατρο ή ψυχολόγο για πρόβληµα υγείας που αντιµετωπίζει. Το ποσοστό ανδρών και γυναικών που καταγράφηκαν είναι 3,3% και 6,0%, αντίστοιχα. 

Για πρώτη φορά συµπεριλήφθηκε στην έρευνα ερώτηµα αναφορικά µε τον αυτοκτονικό ιδεασµό και τη συχνότητα εµφάνισής του. Σύµφωνα µε τις απαντήσεις «σκέψεις ότι θα ήταν καλύτερα να µη ζει ή να βλάψει τον εαυτό του» έκανε, κατά τη διάρκεια των τελευταίων 2 εβδοµάδων πριν τη διενέργεια της έρευνας, το 3,3% του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω που απάντησε µε σαφήνεια στο συγκεκριµένο υποερώτηµα της ψυχικής υγείας.

Χρόνια νοσήματα
Η έρευνα καταγράφει τον επιπολασµό αρκετών χρόνιων νοσηµάτων – παθήσεων κατά τη διάρκεια των τελευταίων 12 µηνών πριν τη διενέργεια της έρευνας. Πάσχοντες, σύµφωνα µε την έρευνα, θεωρούνται όσοι κατά την ηµέρα διενέργειας της έρευνας έπασχαν, αλλά και όσοι νόσησαν κατά τους τελευταίους 12 µήνες πριν τη διενέργεια της έρευνας και την ηµέρα διενέργειας η πάθηση ήταν σε ύφεση, είτε διότι τη συγκεκριµένη εποχή η πάθηση δεν είναι σε έξαρση είτε λόγω θεραπείας.
Σύμφωνα με την έρευνα:

  • Το 4,4% του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω δήλωσε ότι πάσχει από άσθµα (συµπεριλαµβανοµένου του αλλεργικού άσθµατος), ποσοστό στα ίδια επίπεδα µε αυτό που κατεγράφη το 2009 (4,3%). Από τους πάσχοντες οι 6 (61,0%) είναι γυναίκες και οι 4 (39,0%) άνδρες. 
  • Το 2,1% του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω δήλωσε ότι υπέστη έµφραγµα του µυοκαρδίου, ποσοστό αυξηµένο κατά 50,0% σε σχέση µε το ποσοστό που κατεγράφη το 2009 (1,4%). Οι 7 στους 10 πάσχοντες είναι άνδρες (69,7%) και οι 3 γυναίκες (30,3%). Το 2,6% του πληθυσµού ηλικίας 55-64 ετών και το 4,7% ηλικίας 65-74 ετών δηλώνουν ότι έχουν υποστεί έµφραγµα του µυοκαρδίου.
  • Ένας στους πέντε (20,9%) του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω δήλωσε ότι πάσχει από υπέρταση, ποσοστό αυξηµένο (3,5%) µε αυτό που κατεγράφη το 2009 (20,2%). Οι 4 στους 10 πάσχοντες είναι άνδρες (43,6%) και οι 6 γυναίκες (56,4%). Τρεις στους δέκα ηλικίας 55-64 ετών και ένας στους δύο ηλικίας 65-74 ετών δηλώνουν ότι πάσχουν από υπέρταση.
  • Το 2,1% του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω δήλωσε ότι υπέστη αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο ή υφίσταται τις χρόνιες συνέπειες παλαιού εγκεφαλικού. Το ποσοστό παρουσιάζει αύξηση 23,5% σε σχέση µε το 2009 (1,7%). Στους πάσχοντες οι γυναίκες έχουν µικρό προβάδισµα, το 52,6% των γυναικών και το 47,4% των ανδρών πάσχουν. Το 2,5% του πληθυσµού ηλικίας 55-64 ετών, το 4,4% του πληθυσµού ηλικίας 65-74 ετών και το 8,2% του πληθυσµού 75 ετών και άνω, δηλώνουν ότι έχουν υποστεί αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. 
  • Από σακχαρώδη διαβήτη δήλωσε ότι πάσχει το 9,2% του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω, ποσοστό αυξηµένο κατά 16,5% σε σχέση µε το 2009 (7,9%). Στους πάσχοντες οι γυναίκες έχουν προβάδισµα, το 54,4% των γυναικών και το 45,6% των ανδρών πάσχουν. Περισσότεροι από ένας στους δέκα ηλικίας 55-64 ετών και δύο στους δέκα ηλικίας 65-74 ετών δηλώνουν ότι πάσχουν από σακχαρώδη διαβήτη.
  • Υψηλά επίπεδα χοληστερόλης στο αίµα ανέφερε το 15,4% του πληθυσµού ηλικίας 15 ετών και άνω. Το 2009 το ποσοστό όσων δήλωσαν υψηλά επίπεδα χοληστερόλης και διαταραχή στα λιπίδια και τα τριγλυκερίδια ήταν 15,0%. Οι τέσσερις στους δέκα πάσχοντες (40,3%) είναι άνδρες και οι έξι (59,7%) γυναίκες.