Το 36-75% των ασθενών έχει δώσει "φακελάκι", ενώ μόνο το 4% το έχει αρνηθεί παρότι ζητήθηκε, αλλά και μόνο 4% των γιατρών έχει αρνηθεί, παρότι τους προσφέρθηκε.

Σύμφωνα με τελευταία έρευνα του επ. καθηγητή του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου Κυριάκου Σουλιώτη, λόγω της οικονομικής κρίσης παρουσιάζεται μια αυξημένη απροθυμία των πολιτών για καταβολή άτυπων πληρωμών και ταυτόχρονα μία αυξημένη ζήτηση για άτυπες πληρωμές προκειμένου να εξασφαλιστεί πρόσβαση στις υπηρεσίες.

Η σχετική μελέτη συμπεριλαμβάνεται - μαζί με μια σειρά άλλων μελετών- στην έκθεση του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ (ΙΝΕ- ΓΣΕΕ)  (Παρατηρητήριο Οικονομικών και Κοινωνικών Εξελίξεων) με θέμα "Υγεία και μακροχρόνια φροντίδα στην Ελλάδα". Συγγραφείς της μελέτης είναι οι : Μαρία Πετμεζίδου, Στέφανος Παπαναστασίου, Μαρία Πεμπετζόγλου, Χρίστος Παπαθεοδώρου και Περικλής Πολυζωίδης.

Όπως επισημαίνεται στην έκθεση, οι άτυπες πληρωμές στον τομέα υγείας, γνωστές ως «φακελάκι», αποτελούν μία πρόσθετη άτυπη αμοιβή ενός επαγγελματία υγείας (π.χ. ιατρού, νοσηλευτή, μαίας κ.λπ.), η οποία δεν καταγράφεται και δεν φορολογείται

Οι ασθενείς καταβάλουν τις αμοιβές αυτές προκειμένου, είτε να διασφαλίσουν την πρόσβασή τους στα νοσηλευτικά ιδρύματα, είτε να παρακάμψουν τις λίστες αναμονής, είτε να επιτύχουν καλύτερης ποιότητας υγειονομικές υπηρεσίες και μεγαλύτερη προσοχή από τους επαγγελματίες υγείας. Οι άτυπες πληρωμές αποτελούν μία σημαντική πηγή δημιουργίας ανισοτήτων και αναποτελεσματικότητας στον τομέα της υγείας. 

Υπολογίζονται στο 20% των νοσοκομειακών δαπανών των νοικοκυριών και αποτελούν μία εγκατεστημένη κοινωνική συμπεριφορά, η οποία καθίσταται απαραίτητη, προκειμένου να εξασφαλιστεί η πρόσβαση σε ποιοτική φροντίδα υγείας.

Στην Ελλάδα, οι έρευνες  δείχνουν ότι το 36%-75% περίπου των ασθενών προχώρησαν σε άτυπες πληρωμές στο χώρο της υγείας. 

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με έρευνα που διενεργήθηκε το 2005 το 36% των ερωτηθέντων κατέβαλαν μία άτυπη αμοιβή σε ιατρό δημόσιου νοσοκομείου. 

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι μόνο στο 4% των περιπτώσεων ο ιατρός αρνήθηκε να λάβει πρόσθετη αμοιβή, ενώ επίσης μόνο ένα 4% των ασθενών αρνήθηκε να καταβάλει άτυπη αμοιβή, παρόλο που του ζητήθηκε. 

Από αυτούς που τελικά κατέβαλαν την άτυπη πληρωμή, το 42% δήλωσαν ότι κατέβαλαν την αμοιβή για εξασφάλιση ποιοτικότερης φροντίδας, το 20% δήλωσε ότι η αμοιβή αυτή ζητήθηκε από τον ιατρό και το 18% των ασθενών δήλωσαν ότι η άτυπη αμοιβή αποτέλεσε έκφραση ευγνωμοσύνης προς τους θεράποντες ιατρούς μετά το πέρας της νοσηλείας.

Από έρευνα που διενεργήθηκε από τους Δημήτρη και Γιώργο Αντώνογλου στη Θεσσαλονίκη, αποκαλύφθηκε ότι το 39% των πολιτών που έχουν νοσηλευτεί σε δημόσια νοσοκομεία αναφέρει τουλάχιστον μία άτυπη πληρωμή προς τους ιατρούς. 

Σε άλλη έρευνα, που διεξήχθη τον Νοέμβριο του 2010, το ποσοστό των ασθενών που κατέβαλαν άτυπες πληρωμές για την παροχή μαιευτικών υγειονομικών υπηρεσιών στα δημόσια νοσοκομεία έφτασε στο 74,4%. 

H πιο πρόσφατη έρευνα, αναφορικά με τις άτυπες πληρωμές στον τομέα της υγείας διενεργήθηκε από τους Souliotis et al. (2015) μεταξύ 12/2011-2/2012 και περιελάμβανε 2.741 άτομα.  Η έρευνα έδειξε ότι οι «πληρωμές κάτω από το τραπέζι» αφορούν το 32,4% των εισαγωγών σε δημόσια νοσοκομεία. Το υψηλότερο ποσοστό αυτού του είδους πληρωμών εμφανίζεται στους ιδιώτες ιατρούς και στους οδοντίατρους σε ποσοστό 36%. 

Οι άτυπες πληρωμές διενεργούνται κυρίως κατόπιν αιτήματος, για να διευκολύνουν την πρόσβαση στην περίθαλψη και για να μειωθεί ο χρόνος αναμονής.

Σύμφωνα με την έρευνα των Souliotis et al. (2015), λόγω της οικονομικής κρίσης παρουσιάζεται μια αυξημένη απροθυμία των πολιτών για καταβολή άτυπων πληρωμών και ταυτόχρονα μία αυξημένη ζήτηση για άτυπες πληρωμές προκειμένου να εξασφαλιστεί πρόσβαση στις υπηρεσίες.

Ιδιωτική ασφάλιση

Στην Ελλάδα, το ποσοστό των δαπανών για ιδιωτική ασφάλιση υγείας στο ΑΕΠ αυξήθηκε από 0,19% το 2009 σε 0,27% το 2012. 

Με δεδομένη την πλημμελή κάλυψη των αναγκών από το δημόσιο σύστημα υγείας καθώς και τη μείωση των δημοσίων δαπανών για την υγεία, τα τελευταία χρόνια, παρατηρείται μία αύξηση των δαπανών για ιδιωτική ασφάλιση υγείας. 

Τα πιο πρόσφατα στοιχεία αναφορικά με την ιδιωτική ασφάλιση υγείας, έδειξαν ότι, τα τελευταία δύο χρόνια, το ποσοστό των Ελλήνων που επιλέγει ιδιωτική ασφάλιση υγείας έχει αυξηθεί κατά 60% και συγκεκριμένα από 23,8% που ήταν το 2012 έφτασε σε 38,7% το 2014. 

Από αυτούς το 21,8% δήλωσε ότι λαμβάνει μερική κάλυψη με κάποιες παροχές και το 16,9% ότι λαμβάνει πλήρη ιατροφαρμακευτική κάλυψη. Τα ποσοστά αυτά είναι σαφώς αυξημένα σε σχέση με το 2012, όταν σε αντίστοιχη πανελλαδική έρευνα, μερική κάλυψη από ιδιωτική ασφάλεια δήλωνε το 8,9% και πλήρη κάλυψη το 14,9% των ασθενών.

Το 2012, οι κατά κεφαλήν δαπάνες για την ιδιωτική ασφάλιση υγείας στην Ευρώπη ανήλθαν σε 190 ευρώ, μόλις 1 ευρώ λιγότερο από το 2011. Το 2014, το ίδιο μέγεθος διαμορφώθηκε στα 203 ευρώ, παρουσιάζοντας μία αύξηση κατά 2,2% σε σχέση με το 2013. Μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών παρατηρούνται μεγάλες αποκλίσεις που κυμαίνονται από 0,4 ευρώ στη Ρουμανία έως και 2.466 ευρώ στις Κάτω Χώρες.

Στην Ελλάδα, τόσο η δαπάνη των ασφαλίστρων όσο και το ποσοστό των ασφαλίστρων της ιδιωτικής ασφάλισης υγείας στο ΑΕΠ βρίσκονται σε χαμηλά επίπεδα. Η διαφοροποίηση μεταξύ των χωρών οφείλεται κυρίως στα διαφορετικά χαρακτηριστικά και την πορεία εξέλιξης των συστημάτων υγειονομικής περίθαλψης κάθε χώρας. 

Στην Ελλάδα, αν και η ιδιωτική δαπάνη ήταν πάντα σχετικά υψηλή σε σύγκριση ακόμη και με άλλες χώρες της νότιας Ευρώπης, παρά τη λειτουργία του ΕΣΥ από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 και μετά, αυτή συνίσταται κυρίως σε άμεσες πληρωμές (out-of-pocket) και πολύ περιορισμένη δαπάνη μέσω προγραμμάτων ιδιωτικής ασφάλισης. Αντίθετα, για παράδειγμα, στις Κάτω Χώρες οι μεταρρυθμιστικές τάσεις του σύστηματος κοινωνικής ασφάλισης υγείας βισμαρκικού τύπου (μέσω κοινωνικο-επαγγελματικών ασφαλιστικών ταμείων) τείνουν να ενισχύουν συστηματικά τη συμπληρωματική ιδιωτική ασφάλιση.

Συμπερασματικά, τα δεδομένα δείχνουν ότι τα τελευταία χρόνια, τα νοικοκυριά στρέφονται όλο και περισσότερο στην αγορά ιδιωτικής ασφάλισης υγείας.

Ο ρυθμός αύξησης των δαπανών για ιδιωτική ασφάλιση υγείας αναμένεται να επιταχυνθεί τα επόμενα χρόνια, λόγω των περικοπών στη δημόσια δαπάνη για την υγεία, τον περιορισμό των δωρεάν παροχών ή/και την αύξηση συμμετοχής των ασθενών στο κόστος περίθαλψής τους.