Μερικοί ασθενείς έλαβαν κατά λάθος πόσιμο εναιώρημα αντί για δισκία, με αποτέλεσμα την υποδοσολογία και πιθανή έλλειψη αποτελεσματικότητας. Παρομοίως, υπήρξαν αναφορές ασθενών, που έλαβαν δισκία αντί για το πόσιμο εναιώρημα, με αποτέλεσμα την υπερδοσολογία και την εκδήλωση ανεπιθύμητων ενεργειών.

Συνεπώς οι πληροφορίες του προϊόντος Noxafil επικαιροποιούνται, προκειμένου να ενισχυθούν οι υπάρχουσες προειδοποιήσεις, σχετικά με το ότι οι δυο μορφές δεν θα πρέπει να εναλλάσσονται απλά, ενώ επιπλέον η συσκευασία θα αναθεωρηθεί, ώστε να είναι περισσότερο διακριτές οι δύο μορφές και να περιλαμβάνεται προειδοποιητική δήλωση ότι δεν θα πρέπει γίνεται υποκατάσταση της μιας μορφής από την άλλη μορφή, χωρίς προηγουμένως να προσαρμόζεται η δόση.

Επιπλέον οι επαγγελματίες υγείας θα λάβουν, εντός των επόμενων εβδομάδων, ενημερωτική επιστολή, η οποία θα υπενθυμίζει το πρόβλημα. Συστήνεται στους γιατρούς να προσδιορίζουν με σαφήνεια τη μορφή που επιθυμούν να χορηγήσουν κατά τη συνταγογράφηση και στους φαρμακοποιούς να διασφαλίζουν την χορήγηση της κατάλληλης μορφής.

Πληροφορίες για τους ασθενείς

Το Noxafil είναι ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται για την αντιμετώπιση σοβαρών λοιμώξεων που προκαλούνται από μύκητες, όταν άλλα φάρμακα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ή δεν είναι αποτελεσματικά. Περιέχει τη δραστική ουσία posaconazole.

Όταν το φάρμακο δίνεται από το στόμα, μπορεί να δοθεί είτε με τη μορφή δισκίων ή με τη μορφή ενός υγρού (εναιώρημα), ωστόσο η δόση που απαιτείται όταν χρησιμοποιούνται τα δισκία (αριθμός δισκίων και συχνότητα λήψης) είναι διαφορετική από αυτή που απαιτείται όταν χρησιμοποιείται το υγρό (εναιώρημα).

Η συνηθισμένη δόση για τα δισκία είναι τρία δισκία (300 mg) δύο φορές την ημέρα για την πρώτη ημέρα, και μετά 300 mg μια φορά την ημέρα. Οι δόσεις για το υγρό (200 mg, ένα κουταλάκι των 5- ml) λαμβάνονται τρείς έως τέσσερις φορές την ημέρα. Υπάρχουν περιπτώσεις όπου δόθηκε στους ασθενείς λανθασμένη μορφή του φαρμάκου με συνέπεια να λαμβάνουν λανθασμένη δόση, και που τελικά είχε αποτέλεσμα είτε την εκδήλωση ανεπιθύμητων ενεργειών, ή την μειωμένη αποτελεσματικότητα του φαρμάκου. Οι ασθενείς δεν θα πρέπει να εναλλάσσουν τα δισκία και το πόσιμο εναιώρημα, χωρίς προηγουμένως να έχουν μιλήσει με τον γιατρό τους ή με τον φαρμακοποιό τους, διότι μια τέτοια πρακτική μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη αποτελεσματικότητα ή σε αυξημένο κίνδυνο παρενεργειών.