Το ύψος της δημόσιας φαρμακευτικής δαπάνης πρέπει να επαναξιολογηθεί και να αυξηθεί γιατί επηρεάζεται και από άλλους παράγοντες εκτός το ΑΕΠ της χώρας.

Δεδομένης της αύξησης της συμμετοχής των ασθενών, χρειάζονται μέτρα προστασίας των αδυνάτων.

Η τιμολογιακή πολιτική εξάντλησε όρια των αποδόσεων και από τώρα και στο εξής εγκυμονεί κινδύνους απόσυρσης φαρμάκων, αντίστροφης υποκατάστασης και αύξησης - τελικά - των δαπανών.

Τελευταία, η αύξηση της ποσότητας φαρμάκων που συνταγογραφούνται δεν δικαιολογείται με τους δείκτες υγείας που παρουσιάζονται στη χώρα και την αντίστροφη υποκατάσταση.

Η αύξηση της διείσδυσης των γενοσήμων μπορεί συμβάλει σημαντικά στη μείωση της δαπάνης, όχι ως απότοκο της μείωσης των τιμών τους -που μάλλον λειτουργεί αντίστροφα-αλλά ως αποτέλεσμα άλλων πολιτικών που πρέπει να θεσμοθετηθούν.

Στα παραπάνω συμπεράσματα κατέληξε χθες ο καθηγητής και διευθυντής του Τομέα Οργάνωσης και Διοίκησης Υπηρεσιών Υγείας, αναπληρωτής Κοσμήτορας της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας (ΕΣΔΥ), Νίκος Μανιαδάκης, μιλώντας στο 7ο Pharma & Health Conference.

Ο καθηγητής έκανε λόγο για έρευνα για τον υπολογισμό της πραγματικής Φαρμακευτικής Δαπάνης που πραγματοποιείται στην ΕΣΔΥ, και αναμένεται να ολοκληρωθεί τον ερχόμενο Σεπτέμβριο.

Όπως σημείωσε, στην έρευνα λαμβάνονται υπόψιν όλες οι παράμετροι που οδηγούν στη διαμόρφωση της φαρμακευτικής δαπάνης. Ο κ. Μανιαδάκης επισημαίνοντας τους κινδύνους απόσυρσης φαρμάκων από το σύστημα τιμολόγησης που εφαρμόζεται και που έχει εξαντλήσει πλέον τις δυνατότητές του, σημείωσε ότι με τη συνέχισή του τροφοδοτούνται φαινόμενα αντίστροφης υποκατάστασης και αύξηση των δαπανών. «Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να προστατευθούν τα φθηνά φάρμακα από περαιτέρω μειώσεις», τόνισε, προσθέτοντας πως στην Ελλάδα τα καινοτόμα φάρμακα είναι στο 60% της τιμής στην Ευρώπη.

«Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αύξηση στην ποσότητα των φαρμάκων που συνταγογραφούνται καθώς και αύξηση του ποσοστού χρήσης των ακριβότερων φαρμάκων και όχι πάντοτε απαραίτητων νεότερων φαρμάκων» συμπλήρωσε ο κ. Μανιαδάκης. «Η αύξηση της διείσδυσης των γενοσήμων δύναται να συμβάλει σημαντικά στην μείωση της δαπάνης, ωστόσο δεν είναι απότοκο των μειώσεων των τιμών τους, που μάλλον λειτουργούν αντίστροφα, αλλά αποτέλεσμα άλλων πολιτικών που πρέπει να θεσμοθετηθούν», κατέληξε.

Ο ΣΕΒ

Στο συνέδριο, ο επικεφαλής οικονομολόγος του ΣΕΒ, Μ. Μασουράκης επεσήμανε ότι “η δημοσιονομική πειθαρχία και οι διαρθρωτικές αλλαγές αποσκοπούν στον επαναπροσδιορισμό του αναπτυξιακού προτύπου προς μία οικονομία που βασίζεται στην ανταγωνιστικότητα και την εξωστρέφεια και όχι στα ελλείμματα και τα δανεικά”. 

Γι' αυτό, είναι απαραίτητο να αρθούν οι περιορισμοί στον ανταγωνισμό, να καταπολεμηθεί η φοροδιαφυγή, να απαλειφθούν οι διαρθρωτικές στρεβλώσεις, να βελτιωθεί το εγχώριο πλαίσιο λειτουργίας των επιχειρήσεων, να μειωθεί η αρνητική αναλογία μεταξύ πιο δυναμικών και πιο παραδοσιακών επιχειρήσεων, και να περιοριστεί ο κρατικός παρεμβατισμός και οι συνακόλουθες πελατειακές σχέσεις.

"Με την απόφαση του Eurogroup της 24-25/5/2016, κλείνει μία παρατεταμένη περίοδος αβεβαιότητος και ξεκινάει δυνητικά ένας ενάρετος αναπτυξιακός κύκλος μέσα από την αποκατάσταση της αξιοπιστίας, στην άσκηση της οικονομικής πολιτικής. Προς τούτο, απαιτείται έγκαιρη και πιστή εφαρμογή των συμφωνηθέντων, καθώς και μεγαλύτερη αποφασιστικότητα στην υλοποίηση των διαρθρωτικών αλλαγών και ιδίως του προγράμματος αποκρατικοποιήσεων και αξιοποίησης της κρατικής περιουσίας", είπε ο κ. Μασουράκης και συνέχισε: 

"Μέσα στην καταιγίδα της υπερφορολόγησης και των συνταξιοδοτικών περικοπών, η αναζήτηση αναπτυξιακών αντίβαρων είναι μονόδρομος. 

Αν και δεν υπάρχουν και πολλά περιθώρια για να δοθούν αποτελεσματικές και γρήγορες λύσεις στα υφεσιακά αδιέξοδα που δημιουργεί η εφαρμογή του προγράμματος λιτότητας που ακολουθεί η χώρα, υπάρχουν τρεις περιοχές άσκησης οικονομικής πολιτικής, στις οποίες παρεμβάσεις προς τη σωστή κατεύθυνση μπορεί να έχουν μεγάλη προστιθέμενη αξία στην ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας:

  • Η χρήση οριζόντιων φορολογικών επενδυτικών κινήτρων μπορεί να δράσει καταλυτικά για την αναστροφή της πολύχρονης αποεπένδυσης  στην ελληνική οικονομία και την επιτάχυνση της  αναπτυξιακής διαδικασίας από εδώ και πέρα. 
  • Το ίδιο θα συμβεί με την επέκταση της φορολογικής βάσης μέσω σύλληψης της φοροδιαφυγής, για να μπορέσει να μειωθεί μία ώρα αρχύτερα το φορολογικό βάρος στους συνεπείς φορολογούμενους και τις οργανωμένες επιχειρήσεις. 
  • Επιβάλλεται η επαναλειτουργία της αγοράς ακινήτων, ώστε να ανακάμψει ο κατασκευαστικός κλάδος που είναι σήμερα πλήρως απαξιωμένος, αν και έχει τεράστιες αναπτυξιακές δυνατότητες και προοπτικές".