Νέες μελέτες με σημαντικά αποτελέσματα για την αντιμετώπιση νόσων όπως ο καρκίνος του μαστού, του πνεύμονα και της ουροδόχου κύστης, ανακοινώθηκαν στο 52ο ετήσιο Συνέδριο της Αμερικανικής Εταιρείας Κλινικής Ογκολογίας (ASCO), το οποίο πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο στο Σικάγο των ΗΠΑ.

Πιο συγκεκριμένα, στο συνέδριο ανακοινώθηκαν τα δεδομένα από πραγματική κλινική χρήση του bevacizumab ως θεραπεία πρώτης γραμμής του HER2-αρνητικού μεταστατικού καρκίνου του μαστού, τα οποία έδειξαν πολύ σημαντική αύξηση της επιβίωσης που έφτασε τους 27,7 μήνες, έναντι της πακλιταξέλης ως μονοθεραπεία που έδειξε συνολική επιβίωση 19,8 μήνες. Τα στοιχεία προήλθαν από μια μεγάλη βάση δεδομένων του προγράμματος ESME και αφορούσαν την καθημερινή κλινική πρακτική 3.400 ασθενών, οι οποίες έλαβαν bevacizumab, με ή χωρίς πακλιταξέλη και επιβεβαιώνουν ή/ και συμπληρώνουν τα αποτελέσματα των μεγάλων τυχαιοποιημένων μελετών του bevacizumab ως θεραπεία 1ης γραμμής έναντι του HER2-αρνητικού μεταστατικού καρκίνου του μαστού.

Οι σοβαρότερες και συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες στις κλινικές μελέτες με ασθενείς που έλαβαν bevacizumab ήταν υπέρταση, αιμορραγία, γαστρεντερικές διατρήσεις, αρτηριακή θρομβοεμβολή, κόπωση ή εξασθένηση, διάρροια και κοιλιακό άλγος.
O καρκίνος του μαστού είναι η πιο κοινή μορφή καρκίνου στις γυναίκες καθώς παγκοσμίως περισσότερες από 1,6 εκατομμύρια γυναίκες  διαγιγνώσκονται με την νόσο ετησίως. Στην Ευρώπη περισσότερες από 450.000 διαγιγνώσκονται με καρκίνο του μαστού και περίπου 140.000 χάνουν τη ζωή τους από τη νόσο σε ετήσια βάση. Περίπου το 80% των γυναικών που διαγιγνώσκονται με καρκίνο του μαστού δεν εμφανίζει αυξημένη έκφραση του HER2 υποδοχέα, κατά συνέπεια ταξινομείται ως HER2-αρνητικός καρκίνος του μαστού. 

Παράλληλα, πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ενέκρινε το συνδυασμό bevacizumab και erlotinib ως θεραπεία πρώτης γραμμής για ασθενείς με ανεγχείρητο, τοπικά προχωρημένο, μεταστατικό ή υποτροπιάζοντα μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα, με ενεργοποιητικές μεταλλάξεις του EGFR. Ο συνδυασμός bevacizumab και erlotinib στοχεύει σε μονοπάτια που είναι βασικοί οδηγοί για την ανάπτυξη και την εξέλιξη των όγκων και η έγκρισή του βασίστηκε στα αποτελέσματα της μελέτης φάσης II JO25567, που έδειξαν στατιστικά σημαντική μείωση του κινδύνου εξέλιξης της νόσου ή θανάτου κατά 46% για τους ασθενείς που αντιμετωπίστηκαν θεραπευτικά με τον συνδυασμό σε σύγκριση με το erlotinib ως μονοθεραπεία. Οι πιο συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες  οποιουδήποτε βαθμού στο σκέλος bevacizumab και erlotinib ήταν εξάνθημα, διάρροια, υπέρταση και παρονυχία και στο σκέλος erlotinib μονοθεραπεία ήτανε εξάνθημα, διάρροια και παρονυχία.

Κάθε χρόνο εκτιμάται ότι περίπου 23.000 Ευρωπαίοι διαγιγνώσκονται με μη πλακώδες μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα με ενεργοποιητικές μεταλλάξεις του EGFR , που αντιστοιχούν σε  περισσότερες από 60 διαγνώσεις την ημέρα. Ο μη μικροκυτταρικός καρκίνος του πνεύμονα είναι ο πιο κοινός καρκίνος του πνεύμονα, και η κύρια αιτία θανάτου που σχετίζεται με τον καρκίνο στην Ευρώπη αλλά και σε όλον τον κόσμο. Από όλους τους καρκίνους, ο καρκίνος του πνεύμονα έχει παγκοσμίως το μεγαλύτερο οικονομικό και κοινωνικό αντίκτυπο, και η βελτίωση  των  εκβάσεων  για τους ασθενείς με καρκίνο του πνεύμονα αποτελεί μία βασική παγκόσμια πρόκληση της υγειονομικής περίθαλψης.

Την ίδια στιγμή, η μελέτη φάσης III J-ALEX έδειξε ανωτερότητα του alectinib έναντι της θεραπείας crizotinib σε Ιάπωνες ασθενείς με προχωρημένο ή υποτροπιάζοντα ALK θετικό μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα. Το διάμεσο διάστημα μέχρι την εξέλιξη της νόσου δεν έχει επιτευχθεί ακόμα για το σκέλος  της μελέτης που έλαβε θεραπεία με alectinib. Λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες παρουσιάστηκαν στο σκέλος της θεραπείας με alectinib έναντι του σκέλους που έλαβε crizotinib, ενώ το alectinib παρουσίασε προφίλ ασφάλειας παρόμοιο με αυτό που παρατηρήθηκε σε προηγούμενες μελέτες, χωρίς να καταγραφούν νέες ή μη αναμενόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες. Η θεραπεία με alectinib είναι μια από του στόματος θεραπεία για τους ασθενείς με ALK θετικό μη μικροκυτταρικό καρκίνο πνεύμονα. 

Οι αλλομεταθέσεις του ALK ταυτοποιούνται στο 3-5% των ασθενών με μη πλακώδες μη μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα.  Η συγκεκριμένη νόσος είναι πιο συχνή στους νέους, μη καπνιστές ή  με ελαφριά καπνιστική συνήθεια ασθενείς, και σχεδόν αποκλειστικά εμφανίζεται στους ασθενείς με αδενοκαρκίνωμα. Η θεραπεία με alectinib είναι εγκεκριμένη από τον Αμερικανικό Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) για τους ALK θετικούς ασθενείς με μη μικροκυτταρικό καρκίνο πνεύμονα, των οποίων η νόσος έχει υποτροπιάσει μετά από θεραπεία με crizotinib ή παρουσιάζουν δυσανεξία σε crizotinib.

Τέλος, στο συνέδριο της ASCO, παρουσιάστηκαν τα αποτελέσματα της κοόρτης Ι της μελέτης φάσης ΙΙ IMvigor210, που αφορούσε πρωτοθεραπευόμενους ασθενείς με τοπικά προχωρημένο ή μεταστατικό καρκίνο της ουροδόχου κύστης και δεν ήταν κατάλληλοι για θεραπεία με βάση την πλατίνα. Η θεραπεία με atezolizumab μείωσε το μέγεθος των όγκων στο 24% των ασθενών, με το 75% αυτών που παρουσίασαν ανταπόκριση, να συνεχίζουν να ανταποκρίνονται στη θεραπεία (μέχρι και την ανάλυση των αποτελεσμάτων). 

Επίσης, το 7% των ασθενών παρουσίασαν πλήρη ανταπόκριση και η μέση διάρκεια επιβίωσης ήταν 14,8 μήνες, με το 57% των ασθενών να επιτυγχάνει επιβίωση άνω των 12 μηνών. Όσον αφορά στο προφίλ ασφάλειας του atezolizumab ήταν παρόμοιο με αυτό που είχε παρατηρηθεί σε προηγούμενη ανάλυση της μελέτης όπως και σε άλλες μελέτες που μελέτησαν το atezolizumab ως μονοθεραπεία.

Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το atezolizumab είναι η πρώτη και μοναδική ανοσοθεραπεία εγκεκριμένη από τον Αμερικανικό Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) για την αντιμετώπιση του καρκίνου της ουροδόχου κύστης. Το μεταστατικό καρκίνωμα της ουροδόχου κύστης σχετίζεται με κακή πρόγνωση και περιορισμένες θεραπευτικές επιλογές. Το ουροθηλιακό καρκίνωμα είναι η 9η σε συχνότητα κακοήθεια παγκοσμίως, για την οποία δεν είχαν σημειωθεί σημαντικές θεραπευτικές εξελίξεις τα τελευταία 30 χρόνια.