Το υψηλό κόστος των νέων φαρμάκων κατά του καρκίνου συμβάλλει καθοριστικά στο έντονο χάσμα διαθεσιμότητας των φαρμάκων αυτών μεταξύ ανατολικής και δυτικής Ευρώπης, διαπιστώνει πανευρωπαϊκή έρευνα που δημοσιεύθηκε στο Lancet.  Ειδικότερα έδειξε, ότι η μικρότερη διαθεσιμότητα των νέων αντικαρκινικών φαρμάκων εντοπίζεται σε χώρες με χαμηλότερα επίπεδα οικονομικής ανάπτυξης, και σε μεγάλο βαθμό σχετίζεται με το κόστος των στοχευμένων φαρμάκων που εγκρίθηκαν κατά τα τελευταία 10 χρόνια. 

Η Ευρωπαϊκή Εταιρεία Ιατρικής Ογκολογίας (ESMO) συνεργάστηκε με την Ένωση για το Διεθνή Έλεγχο του Καρκίνου, το Ινστιτούτο Πολιτικής Καρκίνου του King College του Λονδίνου και την Ευρωπαϊκή Εταιρεία Ογκολογικής Φαρμακευτικής για να διερευνήσει τη διαθεσιμότητα και το κόστος για τα αδειοδοτημένα φάρμακα για τη θεραπεία 14 κοινών μορφών καρκίνου, συμπεριλαμβανομένου του μεταστατικού καρκίνου του μαστού, του καρκίνου του πνεύμονα, του ορθοκολικού καρκίνου και του μελανώματος.

Οι πληροφορίες συλλέχθηκαν από 48 ευρωπαϊκές χώρες και έδειξαν σημαντικές διαφορές διαθεσιμότητας στα συνταγολόγια των χωρών, τις ιδιωτικές πληρωμές και τη διαθεσιμότητα στην αγορά, σε πολλά αντικαρκινικά φάρμακα. 

Υπήρξε σαφής διαχωρισμός για τις νεότερες βιολογικές και στοχευμένες θεραπείες μεταξύ των δυτικοευρωπαϊκών χωρών, όπου υπήρχε ευρεία διαθεσιμότητα, είτε δωρεάν είτε με επιδοτούμενο κόστος, και των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης, όπου πολλά από αυτά τα φάρμακα δεν ήταν διαθέσιμα ή ήταν διαθέσιμα μόνο στο πλήρες κόστος τους για τους ασθενείς .

Αυτό το χάσμα ήταν ιδιαίτερα αισθητό για τα νεότερα βιολογικά φάρμακα για το μελάνωμα και τον νεφροκυτταρικό καρκίνο. Φάρμακα όπως το ipilimumab και vemurafenib για το μελάνωμα ήταν ευρέως διαθέσιμα δωρεάν σε χώρες της Δυτικής Ευρώπης, αλλά δεν ήταν διαθέσιμα, ή ήταν διαθέσιμα μόνο σε πλήρη τιμή, σε χώρες της ανατολικής Ευρώπης, όπως και τα στοχευμένα φάρμακα, συμπεριλαμβανομένων των pazopanib και sunitinib για το μεταστατικό καρκίνο νεφρών. 

Τα περισσότερα φάρμακα χημειοθεραπείας για τον καρκίνο του πνεύμονα ήταν διαθέσιμα και επιδοτούμενα τόσο στην ανατολική, όσο και δυτική Ευρώπη. Ωστόσο, υπήρχαν σημαντικές διαφορές όσον αφορά τη διαθεσιμότητα των στοχευμένων θεραπειών για τους ασθενείς με μη-μικροκυτταρικό καρκίνο του πνεύμονα με EGFR ή μεταλλάξεις  ALK.

Παρά το γεγονός ότι τα βασικά φάρμακα χημειοθεραπείας για καρκίνο του παχέος εντέρου ήταν ευρέως διαθέσιμα και γενικά επιδοτούνται στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, υπήρχαν σημαντικές διαφορές διαθεσιμότητας για τα cetuximab και panitumumab για τη θεραπεία ασθενών με KRAS, ΕΡΑ, και BRAF επιθετικού μεταστατικού καρκίνου του παχέος εντέρου. 

Tο trastuzumab ήταν ευρέως διαθέσιμα για τον μεταστατικό καρκίνο του μαστού χωρίς κόστος σε όλες τις ευρωπαϊκές και τις περισσότερες ανατολικές χώρες. Ωστόσο, άλλα φάρμακα που στοχεύουν στο HER2, συμπεριλαμβανομένης της περτουζουμάμπης, ήταν διαθέσιμα μόνο σε πλήρες κόστος για τους ασθενείς στις περισσότερες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. 

Ομοίως στον καρκίνο του προστάτη, θεραπείες πρώτης γραμμής ήταν ευρέως διαθέσιμες, αλλά οι περισσότερες χώρες της Ανατολικής Ευρώπης δεν επιδοτούν τα νεότερα φάρμακα όπως το enzalutimide. "Το κεντρικό εύρημα της μελέτης είναι ότι, ιδιαίτερα για τη νέα γενιά των ακριβών φαρμάκων, υπάρχουν πολλές ανισότητες στην πρόσβαση στην περίθαλψη που εντοπίζονται κατά κύριο λόγο στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. Αυτό ουσιαστικά σημαίνει ότι υπάρχουν δύο πρότυπα φροντίδας στην Ευρώπη- το πρότυπο για τους ασθενείς στις πλούσιες χώρες και ένα πρότυπο για ασθενείς σε χώρες με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα ", δήλωσε ένας από τους συντάκτες της μελέτης ο Nathan Τσέρνι  από το Ιατρικό Κέντρο Shaare Zedek της Ιερουσαλήμ .

"Τα καλά νέα είναι ότι οι διαφορές μεταξύ ανατολικής και δυτικής Ευρώπης είναι πολύ μικρότερες στα φθηνά φάρμακα κατά του καρκίνου», πρόσθεσε. "Ακόμα και ακριβά φάρμακα σε θεραπευτικά σχήματα, όπως το trastuzumab στον καρκίνο του μαστού σε πρώιμο στάδιο και το imatinib για γαστρεντερικούς στρωματικούς όγκους, είναι ευρέως διαθέσιμες. Το πρόβλημα είναι για τους ασθενείς με μεταστατική νόσο που απαιτεί ακριβά φάρμακα», κατέληξε ο Τσέρνι. 

Μικρότερες διαφορές στη διαθεσιμότητα και στη συμμετοχή του ασθενή στη δαπάνη για φάρμακα διαπιστώθηκε στην επικουρική θεραπεία κατά του καρκίνου του μαστού. 

Η έρευνα διαπίστωσε επίσης ότι τα περισσότερα από τα 16 φάρμακα κατά του καρκίνου που προστέθηκαν πρόσφατα στον Πρότυπο κατάλογο βασικών φαρμάκων του ΠΟΥ ήταν διαθέσιμα χωρίς καμία απ΄ ευθείας πληρωμή για τους ασθενείς και αναφέρθηκαν ως πάντα ή συνήθως διαθέσιμα. 

Ωστόσο, προβλήματα που περιορίζουν την πραγματική διαθεσιμότητα διαπιστώθηκαν σε αρκετές χώρες της Ανατολικής Ευρώπης. 
"Μερικές φορές βλέπουμε προβλήματα που μοιάζουν με ελλείψεις φαρμάκων και σχετίζονται με τη διανομή, την παραγωγή και την έλλειψη εμπορικού κινήτρου», τόνισε ο Τσέρνι, προσθέτοντας ότι ορισμένες χώρες είχαν προβλήματα με τη διαθεσιμότητα σε ένα ευρύ φάσμα φαρμάκων, η οποία "φαίνεται να είναι προβλήματα διαχείρισης". 

Σχολιάζοντας την έρευνα, ο Wim van Harten από το Ολλανδικό Ινστιτούτο Καρκίνου στο Άμστερνταμ, δήλωσε "βρήκα την αντίθεση στην πρόσβαση, ιδίως για τα νεότερα, ακριβά φάρμακα στην ανατολική και δυτική Ευρώπη, ακόμη πιο έντονη από ό,τι πίστευα. Αυτό είναι μάλλον σοκαριστικό». 

Η ESMO έχει συστήσει μια ομάδα εργασίας για την αντιμετώπιση του κόστους των φαρμάκων και της προσβασιμότητας των ασθενών, ως μέρος της στρατηγικής για παροχή ίσης πρόσβασης στην περίθαλψη του καρκίνου σε όλη την Ευρώπη. "Οι στρατηγικές τιμολόγησης των φαρμάκων δεν διερευνούν τη δυνατότητα των συστημάτων περίθαλψης να καλύψουν το κόστος τους, παρά μόνο για τα πλουσιότερα συστήματα του κόσμου. Τα προγράμματα διαφορετικής τιμολόγησης που υπάρχουν είναι αδύναμα και δεν βοηθούν να λυθεί το πρόβλημα», λέει ο Τσέρνι. 

Ο ίδιος θεωρεί ότι πολιτικές αξιολόγησης της τεχνολογίας υγείας και ρυθμίσεις επιμερισμού του κινδύνου για τα νέα αντικαρκινικά φάρμακα μπορούν να δώσουν λύσεις. Ο van Harten υποστήριξε ότι θα πάρει χρόνο η επίλυση των διαφορών όσον αφορά την πρόσβαση. "Βραχυπρόθεσμα, θα πρέπει να επιβληθεί μεγαλύτερη διαφάνεια στη φαρμακευτική βιομηχανία για την τιμολόγηση», είπε. "Οι εταιρείες πρέπει να αποδείξουν πιο υπεύθυνα επιχειρηματικά μοντέλα από αυτά που οδηγούν στα σημερινά υψηλά περιθώρια κέρδους, αν θέλουμε να διατηρήσουμε το σύστημα βιώσιμο".