Πολύ πρόσφατα (Ιούλιος 2015), δημοσιεύτηκαν στο διεθνές περιοδικό BMC Psychiatry τα καινούρια αποτελέσματα από τη μελέτη του Σπηλίου σε σχέση με την επίδραση της θρησκευτικότητας/πνευματικότητας στην υγεία. Σε προηγούμενη δημοσίευση (Anyphantakis et al, 2013) είχε αναφερθεί η επίδραση αυτού του κοινωνικοψυχολογικού παράγοντα στη μείωση της πιθανότητας για σακχαρώδη διαβήτη και υπέρταση, που συνοδευόταν και από βιολογικές μετρήσεις. Η σημερινή δημοσίευση στο BMC Psychiatry έδειξε ότι οι συμμετέχοντες στους οποίους καταγραφόταν με σταθμισμένα ερωτηματολόγια υψηλή θρησκευτικότητα/ πνευματικότητα, είχαν μικρότερη πιθανότητα να συνοδεύονται από υψηλή βαθμολογία στην κλίμακα συνοχής (μια κλίμακα που εκτιμά την δυνατότητα του ανθρώπου να απαντά σε αγχογόνα ερεθίσματα και προβλήματα της προσωπικής και οικογενειακής του ζωής). 

Αν και η μελέτη αυτή προέρχεται από μικρό αριθμό παρατηρήσεων (220 άτομα μιας αγροτικής περιοχής της Κρήτης) και χρησιμοποιεί περιγραφική μεθοδολογία, εντούτοις τα αποτελέσματα κρίνονται ιδιαίτερα ενθαρρυντικά και συζητήσιμα σε μια περίοδο που η οικονομική κρίση έχει επηρεάσει την ψυχική υγεία των Ελλήνων. Η συζήτηση του θέματος αυτού αλλά και γενικότερα των ίδιων χαρακτηριστικών (assets) της ελληνικής κοινωνίας που θα μπορούσαν να αποτελέσουν μηχανισμούς άμυνας απέναντι στο μεγάλο συναισθηματικό φορτίο αλλά και το στρες που συνοδεύει τη σημερινή κρίση αποτελεί μια υψηλή προτεραιότητα πολλών τομέων της δημόσιας και κοινωνικής ζωής και αξίζει να τύχει περαιτέρω συζήτησης αλλά και ερευνητικής δραστηριότητας από πανεπιστημιακούς και μη φορείς.
Αναλυτικά, χρόνιες καταστάσεις στρες, κατάθλιψη, άγχος και κοινωνική απομόνωση έχει  αναφερθεί ότι ασκούν άμεση αθηρογόνα επίδραση, υπερκορτιζολαιμία και "υπερφόρτωση" του συμπαθητικού συστήματος. Όλα αυτά μπορούν να οδηγήσουν σε ποικίλες περιφερειακές εκδηλώσεις που κυμαίνονται από την αύξηση της πίεσης και του καρδιακού ρυθμού, μέχρι την ζημιά στο αγγειακό ενδοθήλιο. Τα ευρήματα αυτά, οδήγησαν στην ανάπτυξη μοντέλου από τον Rozanski και τους συνεργάτες του, το οποίο βασίζεται στη μελέτη θετικών ψυχοκοινωνικών παραγόντων που μπορούν να αμβλύνουν τις παραπάνω ανεπιθύμητες νευρο-ορμονικές αντιδράσεις.
Αντίστοιχα η βιβλιογραφία συνδέει ψυχολογικούς παράγοντες όπως η αισιοδοξία και η ηδονική ευημερία με μειωμένο κίνδυνο καρδιαγγειακών συμβάντων. Αντίθετα έχει αποδοθεί ευθύνη στο στρες και σε αρνητικές καταστάσεις, για μεταβολικές και φλεγμονώδεις διεργασίες.

Αίσθημα συνοχής
Στην προσπάθεια ερμηνείας γιατί μερικοί άνθρωποι που αντιμετωπίζουν σημαντική πίεση (στρες) παραμένουν καλά, ενώ άλλοι όχι, το υπό συζήτηση μοντέλο, δείχνει ότι τα άτομα με μια ισχυρή αίσθηση συνοχής αντιμετωπίζουν καλύτερα το άγχος, με αποτέλεσμα τη θετική επίδραση στην υγεία τους. Η αίσθηση συνοχής θα μπορούσε να ερμηνευτεί ως μια διάχυτη, διαρκή αλλά και δυναμική αίσθηση εμπιστοσύνης ότι τα ερεθίσματα που προέρχονται από το  εσωτερικό ή εξωτερικό περιβάλλον κατά τη διάρκεια της ζωής είναι  δομημένα, προβλέψιμα και εξηγούνται. Οι πόροι είναι διαθέσιμοι για τα άτομα ώστε να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των ερεθισμάτων και αυτές οι απαιτήσεις αποτελούν προκλήσεις, άξιες για επένδυση και δέσμευση.

Το Σπίλι ΙΙΙ
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η μελέτη στο Σπίλι, σχεδιάστηκε για να εξετάσει την πιθανή συσχέτιση μεταξύ αισθήματος συνοχής και σακχαρώδη διαβήτη, με τη συμμετοχή νοσηλευομένων ασθενών. Και σύμφωνα με τα αποτελέσματα οι ασθενείς που δεν έπασχαν από διαβήτη είχαν περισσότερες πιθανότητες να παρουσιάσουν υψηλή βαθμολογία στο δείκτη συνοχής, σε σύγκριση με ασθενείς που έπασχαν από διαβήτη.
Η ευθυγράμμιση με το αίσθημα συνοχής, υπογραμμίζει τη σημασία της θρησκευτικής και πνευματικής πεποίθησης και πρακτικής, ως μηχανισμό αντιμετώπισης καταστάσεων άγχους. Έχει παρατηρηθεί ότι η συμμετοχή σε δραστηριότητες λατρείας δημιουργεί θετικά συναισθήματα και αίσθηση του ανήκειν στην ομάδα, οδηγώντας σε θετικά αποτελέσματα για την υγεία. Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια έμφαση έχει αποδοθεί στην αξιολόγηση της πνευματικότητας των ασθενών ως μέρος του βιο-ψυχοκοινωνικού μοντέλου της πρωτοβάθμιας περίθαλψης. 
Σύμφωνα με την έκθεση Σπίλι ΙΙΙ, οι άνδρες παρουσίασαν υψηλότερη βαθμολογία στην κλίμακα συνοχής (145,7 έναντι 146,5 για τις γυναίκες), ενώ μόλις λίγο πάνω από το 20% των συμμετεχόντων παρουσίασαν δύο ή περισσότερες συνυπάρχουσες ιατρικές καταστάσεις (άνδρες 25,8% έναντι γυναικών 20,4%) αν και η υπέρταση ήταν συχνότερη στις γυναίκες (79,6%) έναντι των ανδρών (60,8%).
Στην κατεύθυνση αυτή, διαπιστώνεται ότι οι γιατροί που ασχολούνται με τη φροντίδα της ψυχικής υγείας θα πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τον ψυχοκοινωνικό υπόβαθρο των ασθενών τους, μαθαίνοντας ταυτόχρονα τη μέτρηση της επίδρασης των παραμέτρων αυτών τόσο στην υγεία όσο και τη νοσηρότητα. 
Αυτό μπορεί να έχει ιδιαίτερη επίπτωση στις χώρες που πλήττονται από την λιτότητα όπως είναι τα τελευταία χρόνια και η Ελλάδα. 
Οι δομές της Πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας επίσης,  θα πρέπει να προσφέρουν αυτή την ευκαιρία, και όπως η συγκεκριμένη μελέτη απέδειξε, «δείκτες» και συμβατικές μετρήσεις μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εξαγωγή δεδομένων πέρα από τις κλασικές εξηγήσεις του τι είναι επιβλαβές ή επωφελές για τις ζωές των ανθρώπων.

Χρήστος Λιονής είναι καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης