Τα πραγματικά στοιχεία για τον αριθμό των ιατρών και την πυκνότητα τους, αποκλίνουν σημαντικά από την αντίληψη που επικρατεί περί έλλειψης ιατρών στην Ελλάδα. Αυτό αποδεικνύεται από ηλεκτρονική έρευνα που εκπόνησε η Μονάδα Τεχνικής Υποστήριξης του Υ.Υ.-Π.Ο.Υ. μεταξύ 25 Μαΐου και 15 Ιουνίου, με την χρήση του λογισμικού Survey Monkey®, η οποία συνδυάστηκε με τηλεφωνική επιβεβαίωση. 
Σύμφωνα με την έρευνα υπάρχει μία καθαρή διάκριση μεταξύ των προσδοκιών που σχετίζονται με τους Γενικούς/Οικογενειακούς Ιατρούς και αυτών που σχετίζονται με άλλες ειδικότητες. Η έλλειψη αυτή είναι σαφώς αντιληπτή από τους περισσότερους που ανταποκρίθηκαν στην έρευνα: περισσότεροι από το 60% υποδεικνύουν ότι οι Γενικοί Ιατροί είναι πολύ λίγοι. Ωστόσο, μόνο το 30% εκτιμά ότι υπάρχει ανάγκη για αύξηση τουλάχιστον 50% – αν και μία αύξηση 50% θα έφερνε την Ελλάδα μόνο στο 56% του δείκτη αναφοράς δηλαδή το μέσο όρο της ΕΕ. Η πλειοψηφία των ανταποκριθέντων φαίνεται ότι έχει επίγνωση του προβλήματος , και στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, αλλά σε μεγάλο βαθμό υποεκτιμούν το μέγεθος του προβλήματος.
Για τους ψυχιάτρους, η πυκνότητα 1.923 είναι της τάξης μεγέθους του δείκτη αναφοράς 1.815 της ΕΕ. Οι ανταποκριθέντες εδώ έχουν παρόμοια αξιολόγηση για το τι είναι αναγκαίο στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα και είναι διαιρεμένοι μεταξύ τους: 20% θεωρούν ότι υπάρχει ανάγκη για αύξηση της προσφοράς, 45% θεωρούν την υφιστάμενη προσφορά «σχεδόν σωστή» (ορθά αν σκεφτεί κανείς τον δείκτη αναφοράς ΕΕ και αν προσθέσει δημόσιο και ιδιωτικό τομέα) και το 35% που θεωρεί ότι οι ψυχίατροι είναι ήδη πάρα πολλοί.
Συνολικά πάντως να επισημάνουμε ότι για σχεδόν όλες τις ειδικότητες ο αριθμός υπερβαίνει τον δείκτη αναφορά της ΕΕ.
Ο ιδιωτικός τομέας υπερβαίνει τον αριθμό σε κάθε ειδικότητα, ενώ ο  ιατρικός πληθυσμός στον δημόσιο τομέα είναι κοντά στον δείκτη αναφοράς για παιδιάτρους, χειρουργούς και ιατρούς παθολογικών ειδικοτήτων. Ακόμη και αν δεν ληφθούν υπόψη οι πολυάριθμοι ειδικευμένοι ιατροί του ιδιωτικού τομέα, στις ειδικότητες των in-vitro εργαστηρίων είναι σχεδόν διπλάσιοι από τον δείκτη αναφοράς ΕΕ. Στον δημόσιο τομέα μόνο οι οδοντίατροι και οι γυναικολόγοι είναι λιγότεροι από το συνολικό δείκτη αναφοράς της ΕΕ, μολονότι υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός ιδιωτικών γιατρών.
Ενώ οι πραγματικοί αριθμοί ως εκ τούτου δείχνουν ότι η προσφορά είναι περισσότερο από άφθονη, η έρευνα δείχνει ότι ένας ικανός αριθμός των συμμετεχόντων στην έρευνα, μεταξύ 10 και 25%, αισθάνεται την ανάγκη για περαιτέρω αύξηση των αριθμών στον ιδιωτικό τομέα. Ακόμη περισσότερο αισθάνονται την ανάγκη για αύξηση του αριθμού των ιατρών στον δημόσιο τομέα, επίσης ένα πεδίο όπου η υπερπροσφορά είναι τόσο μεγάλη, όσο και στους εργαστηριακούς γιατρούς.
Μόνο μεταξύ του 1/3 και 1/2 οι ανταποκριθέντες εμφανίζονται ενήμεροι για την υπερπροσφορά.  Αυτό είναι κυρίως εμφανές για τους Μαιευτήρες -Γυναικολόγους και τους Οδοντιάτρους. Προξενεί έκπληξη ότι αυτή η επίγνωση διατυπώνεται ελάχιστα για τους εργαστηριακούς ειδικούς, όπου μόνο 1 στους 4 φαίνονται ενήμεροι για την σημαντική υπερπροσφορά σε σύγκριση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

ΠΟΙΕΣ ΥΠΟ-ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΣΕ ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΗ ΕΛΛΕΙΨΗ Η ΣΕ ΥΠΕΡΒΑΣΗ
Οι συμμετέχοντες ερωτήθηκαν επίσης να υποδείξουν, σε μία λίστα 45 υπο-ειδικοτήτων, αυτές που θεωρούν ότι βρίσκονται ειδικότερα σε υπέρ- ή υπο- προσφορά. Για τον δημόσιο τομέα η φράση «καμία ειδικότητα δεν είναι σε υπερπροσφορά» βρίσκεται στις τρεις πρώτες απαντήσεις, ενώ κατέλαβε την τέταρτη θέση για τον ιδιωτικό τομέα.
Γενικοί Ιατροί και Ιατροί Εργασίας είναι μέσα στις τρεις πρώτες θέσεις για υπο-προσφορά στον δημόσιο τομέα, αλλά αποτελεί έκπληξη ότι βρίσκονται στις τρεις πρώτες θέσεις και στον ιδιωτικό τομέα. Η απάντηση «καμμία ειδικότητα δεν είναι σε υποπροσφορά» δεν είναι μέσα στις τρεις πρώτες θέσεις.
Συμπέρασμα
Σύμφωνα με την έρευνα υπάρχει ξεκάθαρα διάσταση ανάμεσα σε αυτά που οι συμμετέχοντες, οι οποίοι κατέχουν όλοι θέσεις υψηλής ευθύνης εντός του δημοσίου τομέα, πιστεύουν για την κατάσταση του Ανθρώπινου Δυναμικού Υγείας και στα δεδομένα που δείχνουν οι αριθμοί .Κι αυτό συμβαίνει καθώς πρώτον, πραγματική πληροφόρηση σχετικά με την πυκνότητα του Ανθρώπινου Δυναμικού Υγείας και σύγκριση με τα ισχύοντα εκτός Ελλάδας δεν είναι άμεσα διαθέσιμη, ακόμη και για τους κύριους διαμορφωτές γνώμης. 
Δεύτερον, η έλλειψη επίγνωσης της υπερπροσφοράς σε πολλές ειδικότητες μπορεί κάλλιστα να είναι η έκφραση μίας άλλης πραγματικότητας: φτωχή και αναποτελεσματική επίδοση μέσα σε ένα δυσλειτουργικό δίκτυο υπηρεσιών. Το δίκτυο αυτό είχε σχεδιαστεί, στα μέσα της δεκαετίας του 1980, πάνω στην απλοϊκή αρχή ότι κάθε τοποθεσία και κάθε μονάδα πρέπει να έχει ένα πλήρες φάσμα ειδικοτήτων διαθέσιμο όλες τις ημέρες και όλες τις ώρες (24/7) – μία αρχή τροφοδοτούμενη επίσης από πελατειακές θεωρήσεις. 
Όποια και αν είναι η εξήγηση για την απόσταση, η αντίληψη περί έλλειψης, ακόμη και σε αντίθεση με τους αριθμούς, είναι μία πολιτική πραγματικότητα που χρειάζεται να προβληματίσει. Η παροχή ακριβούς πληροφόρησης είναι μέρος, αλλά μόνο μέρος, της λύσης. Πιο σημαντικό, μακροπρόθεσμα, είναι ο ανασχεδιασμός του σχεδίου κάλυψης της χώρας και της νοσοκομειακής πολιτικής, καθώς και η κανονιστική ρύθμιση του ιδιωτικού τομέα, ώστε η επαρκής προσφορά των ανθρώπινων πόρων να χρησιμοποιείται αποδοτικά και έχοντας την υποχρέωση λογοδοσίας.


ΜΕΛΛΟΝ
Η εισροή νέων γιατρών είναι κάτι το οποίο αλλάζει μόνο μετά από σημαντική χρονική υστέρηση, χρόνια μετά την είσοδο στις ιατρικές σχολές. Γι’ αυτό θα μπορούσε να ειπωθεί ότι κάποιος μπορεί να προσδοκά ότι το αποτέλεσμα της τρέχουσας κοινωνικής και οικονομικής αστάθειας θα είχε μόνο περιορισμένο αποτέλεσμα στις πραγματικές πυκνότητες γιατρών. Για παράδειγμα, το 2014 1.954 ιατροί ενεγράφησαν ως νέοι ειδικευμένοι (4,6 από το απόθεμα). Η εισροή θα συνεχιστεί καθώς νέοι γιατροί αποφοιτούν και ως ασκούμενοι ολοκληρώνουν την ειδίκευσή τους εντός του ΕΣΥ.  
Οι προσδοκίες των ανταποκριθέντων στην έρευνα  είναι αρκετά αντίθετες. Μία μεγάλη μερίδα, που προξενεί έκπληξη, απαντά ότι δεν έχει γνώμη, πιθανώς, λόγω της τρέχουσας αβεβαιότητας που κυριαρχεί στην Ελληνική οικονομική δύσκολη κατάσταση. Ανάμεσα στις έγκυρες απαντήσεις 25% περιμένουν μείωση του αριθμού των γιατρών στον δημόσιο τομέα στους επόμενους 6 μήνες και 35% περιμένουν μείωση στον ιδιωτικό τομέα. Αλλά ένα ίδιο ποσοστό ανταποκριθέντων έχουν την αντίθετη γνώμη.

Σχετικά με την έρευνα 
Το ερωτηματολόγιο απευθύνθηκε σε 100 άτομα τα οποία κατέχουν διευθυντικές θέσεις στο Υ.Υ., στις Υ.ΠΕ., σε Δημόσια και Ιδιωτικά Νοσοκομεία, στις Ιατρικές Ενώσεις και τέλος και σε ακαδημαϊκούς. Ανταποκρίθηκαν 29 άτομα, εκ των οποίων οι 23, ένα σεβαστό ποσοστό 23%, συμπλήρωσαν πλήρως το ερωτηματολόγιο, Οι περισσότεροι από τους ανταποκριθέντες ανήκουν σε επαγγελματικές ενώσεις ή εργάζονται ως Διοικητές, σε δημόσια ή ιδιωτικά νοσοκομεία. Παρά τα επανειλημμένα τηλεφωνήματα υπενθύμισης μόνο 3 από τα 20 υψηλόβαθμα στελέχη του Υ.Υ., στο κεντρικό επίπεδο, και στο επίπεδο των Υ.ΠΕ. συμπλήρωσαν το ερωτηματολόγιο